ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

«Περήφανος αισθάνομαι. Ανταμοιβή και επιβράβευση και προσπαθούμε τόσο εγώ όσο κι ο θίασος να απολαύσουμε αυτό που μας συμβαίνει». Βάρος, λέει στην «Κ» ο ηθοποιός και σκηνοθέτης Αρης Μπινιάρης, αισθανόταν πέρυσι όταν πρωτοπήγε στην Επίδαυρο με τους «Πέρσες» του Αισχύλου, παραγωγή με την οποία ο ΘΟΚ επέστρεψε στο αργολικό θέατρο ύστερα από τρία χρόνια. Να, όμως, που ήταν η έκπληξη των Επιδαυρίων του 2017. Η επανάληψη της παράστασης φέτος στο Ηρώδειο έγινε γρήγορα sold out για την 1η Ιουλίου, προσθέτοντας τελικά μία ακόμη το προηγούμενο βράδυ.

Οι «Πέρσες» κέρδισαν ένα ετερόκλητο και ηλικιακά κοινό. Πολλοί στάθηκαν στον τελετουργικό θρήνο και στους δερβισοειδείς στροβιλισμούς της Καρυοφυλλιάς Καραμπέτη, που ερμηνεύει την Ατοσσα. Αλλοι στον επιθετικό δυναμικό χορό των στιβαρών πολεμιστών που ήταν πρωταγωνιστές της παράστασης. «Η ζωτική ενέργεια που εκπέμπεται από τα σώματα των ηθοποιών όταν αυτά δεσμεύονται στη ρυθμικότητα του λόγου και στις δονήσεις της μουσικής είναι για μένα ένα ζητούμενο. Η ενέργεια που απεμπολείται από αυτήν τη διαδικασία». Ο ίδιος υποδύεται τον κορυφαίο του χορού. Η παράσταση «δεν μπορεί να είναι η ίδια με πέρυσι». Είναι τέτοια η δομή της, που εξελίσσεται όσο παίζεται, εξηγεί, υποστηρίζοντας πως «μοιάζει με παιδί που το βλέπεις σε μεγαλύτερη ηλικία».


Αλλοι, πάλι, στάθηκαν στον επιθετικό δυναμικό χορό των στιβαρών πολεμιστών, που ήταν πρωταγωνιστές.

Ως σκηνοθέτης εστίασε στον χώρο των ηττημένων, χρησιμοποίησε μουσικές γύρω από τον ευρύτερο χώρο της Περσίας, αλλά με «μια ματιά αστικού πολιτισμού», και τη ρυθμική αφήγηση της ραπ. Ο Αρης Μπινιάρης έχει ξεχωρίσει για τις παραστάσεις του, για τη ζωντανή σύνθεση ποιητικού λόγου, μουσικής και θεατρικής δράσης. Στο ξεκίνημά του, το 2005, σκηνοθέτησε την «Αντιγόνη» του Σοφοκλή, μια ερευνητική εργασία βασισμένη στην αρχαία μετρική. Ακολούθησαν οι «Βάκχες» στο Bios, μια άλλη προσέγγιση δραματουργικά, υφολογικά και ερμηνευτικά από τις «Βάκχες» που είδαμε τον χειμώνα στη Στέγη. Πιστεύει ότι οι νέοι ηθοποιοί «πρέπει να καταπιάνονται με το αρχαίο δράμα από νωρίς, απενοχοποιημένα, για να εκπαιδεύονται κι ας αποτύχουν. Δεν συμφωνώ ότι πρέπει να τα αντιμετωπίσεις σε μεγαλύτερη ηλικία. Είναι σαν φόρμες παραδομένες από το παρελθόν μέσα στις οποίες μπορούμε να εκχύσουμε τη δική μας ουσία, να αναζητήσουμε πράγματα, να συντονιστούμε με τη δόνηση των αξιών αυτών, να τα αναθεωρήσουμε, να τα προσεγγίσουμε με σοβαρότητα και σκληρή δουλειά».

Ο ποιητικός λόγος

Ο 37χρονος καλλιτέχνης δεν κρύβει το πάθος του για τον ποιητικό λόγο, ούτε ότι συνέβαλε σε αυτό ο πατέρας του, ο ηθοποιός Γιώργος Μπινιάρης. Ομως η πρώτη τέχνη που τον συγκίνησε ήταν η μουσική. «Μουσικά διαβάζω το θέατρο μέχρι στιγμής». Στην εφηβεία του άκουγε ροκ, πανκ, χιπ-χοπ, ενώ αργότερα συνάντησε την παράδοση και τις μουσικές απ’ όλον τον κόσμο. Στο θέατρο μπήκε παράδοξα, μέσα από το θέατρο του δρόμου. «Μου αρέσει η ανοιχτωσιά που έχει ο δρόμος, το απροσδόκητο. Εκπαιδεύτηκα σε τεχνικές πολύ απαιτητικές ως προς την ακρίβεια της εκτέλεσης, μια γοητευτική εμπειρία που κράτησε τρία χρόνια ταξιδεύοντας σε όλη την Ελλάδα, κάνοντας παραστάσεις. Μια ομάδα νέων ανθρώπων αποφασίσαμε να κάνουμε το θέατρο που θέλουμε εμείς, γράφοντας κείμενα, μουσική, σκηνοθετώντας». Δεν εξαντλήθηκαν σε ξυλοπόδαρα, ζογκλερικά, fire juggling, αλλά τα ενέταξαν στις παραστάσεις που έκαναν σε Ελλάδα και Κύπρο. «Στο θέατρο του δρόμου δεν ήρθαν για να σε δούνε. Πρέπει να τους καλέσεις, να μείνουν να παρακολουθήσουν κι έπειτα να ζητήσεις την ανταμοιβή. Το εισιτήριο έπεται».

Το «Θείο τραγί»

Οι στιγμές που τον καθόρισαν θεατρικά ήταν το αιχμηρό «Θείο τραγί» του Γ. Σκαρίμπα, μια συνταρακτική περφόρμανς με τη μορφή συναυλιακής θεατρικής αφήγησης, συνοδεία ζωντανής ροκ μουσικής, καθώς και «Το ’21» που ακολούθησε την ίδια λογική. Σε όλες τις παραστάσεις του υπάρχει ένας κοινός άξονας: προβληματισμοί για την ελευθερία, τον δογματισμό, την απομόνωση. «Από τη μία, η ελεύθερη βούληση από την άλλη η μόνωση του ναρκισσισμού. Σαν να είναι διαφορετικές αρχές ενός ίδιου ψυχικού πεδίου. Αυτό είναι το ζητούμενο για μένα, η αναγωγή των συμβόλων των έργων σε ένα ψυχικό επίπεδο και η ανάγνωσή τους ως ψυχικές διεργασίες». Τον χειμώνα ετοιμάζει κάτι ανάλογο για την Ελλάδα του 1940 στο «Πορεία» (τα Δευτερότριτα). «Με απασχολεί πολύ η σχέση μας με την ελληνική ιστορία. Για μένα η γνώση της ιστορίας, προσωπικής, κοινωνικής, εθνικής, τοπικής, είναι το όχημα για να συνάψεις σχέσεις, να συστηθείς. Η άγνοια δημιουργεί απομόνωση, ναρκισσισμό, καταστροφή».

​​«Πέρσες», Θεατρικός Οργανισμός Κύπρου 30/6 και 1/7 στο Ηρώδειο. Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, Χάρης Χαραλάμπους, Νίκος Ψαρράς, Αντώνης Μυριαγκός.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ