ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

«Απνοια» στα ελληνικά ομόλογα και μετά την αναβάθμιση της S&P

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΚΟΥΡΤΑΛΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Η υποτονικότητα καλά κρατεί στα ελληνικά ομόλογα, τα οποία, παρά τα θετικά νέα του τελευταίου διαστήματος, αρνούνται να δώσουν την αντίδραση που περίμενε η αγορά μετά την αναταραχή του προηγούμενου μήνα, με τους επενδυτές να επιλέγουν να απέχουν και να δηλώνουν επιφυλακτικοί. Το αρχικό ράλι που προκάλεσε η απόφαση του Eurogroup έχει ήδη ξεχαστεί αφού αποδείχθηκε βραχύβιο, με τους ελληνικούς τίτλους να κινούνται σε ένα στενό εύρος από την αρχή της εβδομάδας, αγνοώντας τόσο την πιστοληπτική αναβάθμιση της χώρας, όσο και τα θετικά σχόλια αρκετών αναλυτών για τη μείωση των κινδύνων χρηματοδότησης της Ελλάδας τα επόμενα δύο χρόνια.

Αρνητική συγκυρία

Το κακό «timing» αποτελεί έναν από τους λόγους για τη σχεδόν «βουβή» πορεία της αγοράς, αφού ο θετικός καταλύτης του Eurogroup συνέπεσε σε μία στιγμή που το διεθνές περιβάλλον έχει επιδεινωθεί και οι επενδυτές επιλέγουν να αποφύγουν το ρίσκο, μετά τις ανησυχίες για το μεταναστευτικό και το πολιτικό τοπίο στη Γερμανία, τους συνεχιζόμενους τριγμούς στην Ιταλία, και τις νέες εμπορικές εντάσεις. Αυτό αποδεικνύει μία ακόμη φορά πόσο ευάλωτη είναι η Ελλάδα στις εξωτερικές εξελίξεις. Οπως επισημάνθηκε και στην τριμηνιαία έκθεση του Δημοσιονομικού Συμβουλίου, τα ελληνικά ομόλογα λόγω του υψηλού δημοσίου χρέους προς ΑΕΠ διατηρούν υψηλή ευαισθησία στην αρνητική διεθνή συγκυρία.

Η απόδοση στο ελληνικό 10ετές ομόλογο υποχώρησε χθες οριακά κατά 0,7% στο 4,069%, ενώ η απόδοση στο 5ετές αυξήθηκε κατά 0,7% στο 3,281%, με τον τζίρο να κινείται σε χαμηλά επίπεδα και κάτω από τα 20 εκατ. ευρώ.

Εκτός από το διεθνές περιβάλλον, υπάρχουν και «εσωτερικοί» παράγοντες που συντηρούν το σχεδόν αδιάφορο κλίμα γύρω από τα ελληνικά ομόλογα. Ηδη η S&P προειδοποίησε ότι το χρέος παραμένει σε υψηλά επίπεδα, γεγονός που δημιουργεί επιφυλάξεις για τη βιωσιμότητά του μακροπρόθεσμα. Παράλληλα, η HSBC σημειώνει πως η απουσία του γαλλικού μηχανισμού στη συμφωνία για το χρέος αποτελεί έναν λόγο της «συγκρατημένης» κίνησης των ελληνικών ομολόγων. Οπως εξηγεί, ο μηχανισμός αυτός θα προσέφερε εγγυήσεις στους επενδυτές ότι, εάν η Ελλάδα εκπληρώνει τους δημοσιονομικούς της στόχους, το χρέος της θα ήταν βιώσιμο κάνοντας τους ιδιώτες επενδυτές πιο ανώτερους σε σχέση με τους επίσημους πιστωτές. Λόγω της απουσίας του μηχανισμού, η HSBC εκτιμά ότι το ΔΝΤ πιθανότητα να μη βάλει τη σφραγίδα του στην ανάλυση βιωσιμότητας του χρέους (DSA). Εάν ο γαλλικός μηχανισμός υπήρχε στη συμφωνία και το ΔΝΤ κατέληγε έτσι σε ένα θετικό DSA, αυτό θα οδηγούσε στην πολλαπλή αναβάθμιση των αξιολογήσεων της Ελλάδας και κατά συνέπεια στη διεύρυνση της επενδυτικής βάσης. Οπως προειδοποιεί η τράπεζα, εάν οι αποδόσεις των ελληνικών ομολόγων συνεχίσουν να βρίσκονται στα σημερινά επίπεδα, θα μπορούσαν να δημιουργήσουν κάποια αβεβαιότητα όσον αφορά τη στρατηγική έκδοσης ομολόγων της Ελλάδας.

«Κλειδί» οι επενδύσεις

Ωστόσο, στα θετικά, σύμφωνα με τη βρετανική τράπεζα, είναι ότι η Ελλάδα τελειώνει το πρόγραμμα με ένα cash buffer ύψους 24 δισ. ευρώ (13% του ΑΕΠ) και είναι επαρκώς χρηματοδοτημένη μέχρι το 2020 (αν όχι περισσότερο). Μετά την παράταση της λήξης των δανείων, η μέση ωρίμανση του ελληνικού χρέους θα είναι πάνω από 20 χρόνια. Ετσι, αυτό που η Ελλάδα πρέπει να δείξει στις αγορές είναι ότι μπορεί να αναπτυχθεί, ενώ «κλειδί» αποτελεί και η ενίσχυση των επενδύσεων. Ολα αυτά θα μπορούσαν να προκαλέσουν έναν θετικό κύκλο βελτίωσης της βιωσιμότητας του χρέους και να οδηγήσουν τις αποδόσεις των ελληνικών ομολόγων χαμηλότερα.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ