ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ Κ

Η Κυριακή είναι ένας χαρταετός

Μαριαλένα Σεμιτέκολου

Ήταν Κυριακή και ήταν ο μήνας Μάρτιος. Βοριάς που σου πάγωνε την ανάσα. Παραμονές Καθαράς Δευτέρας. Μπορεί και όχι. Μπορεί να μη θυμάται καλά. Να μπερδεύεται από το γεγονός ότι η έκθεση είχε για θέμα της χαρταετούς, και καμία σχέση με Δευτέρες Καθαρές να μην είχε. Φωτογραφίες και ζωγραφική με θέμα τον χαρταετό. Το κορίτσι ήταν φωτογράφος και συμμετείχε στην έκθεση. Η προθεσμία έληγε τη Δευτέρα. «Περιμένουμε το έργο σας τη Δευτέρα», της είχαν πει από την γκαλερί. 

Το κορίτσι ήταν φιλοξενούμενο στην παραθαλάσσια πόλη. Σε ένα σπίτι με θέα θάλασσα. Στο σπίτι ενός άλλου κοριτσιού που ετοιμαζόταν να φύγει από την πόλη, αλλά δεν το ήξερε ακόμα, και που είχε για φίλο παλιό ένα αγόρι που ετοιμαζόταν να φύγει από την πόλη και το ήξερε. Τα δυο κορίτσια και το αγόρι είχαν περάσει το Σάββατο γελώντας. Το πρωί της Κυριακής τα σαγόνια τους ήταν μουδιασμένα από τα γέλια του Σαββάτου. Το κορίτσι δεν είχε χρόνο. «Περιμένουμε το έργο σας τη Δευτέρα».  

Το αγόρι ξεκίνησε να φτιάχνει τον χαρταετό. Καθισμένο οκλαδόν στο μάρμαρο, κολλούσε κάτι εφημερίδες. Πού και πού σήκωνε το βλέμμα από τα μαυρόασπρα χαρτιά κι έβλεπε τα πόδια των κοριτσιών να πηγαινοέρχονται από δωμάτιο σε δωμάτιο, ψάχνοντας να βρουν ένα σημείο να στήσουν τον χαρταετό, προτού το κορίτσι αρχίσει τα κλικ. «Στο κρεβάτι... οπωσδήποτε στο κρεβάτι», άκουσε τη μια τους να φωνάζει. «Στο κρεβάτι, χωρίς τα σεντόνια και με θέα τη θάλασσα».

Στο κορίτσι, που ήταν η φωτογράφος, άρεσε η ιδέα. Η φωτογραφία όμως δεν έβγαινε. Της φαινόταν στενή και άχρωμη. «Έξω», είπε. «Θα βγούμε έξω». Τα δύο κορίτσια και το αγόρι μαζεύτηκαν γύρω από το τραπέζι. Ρακή με γραβιέρα και παξιμάδια. «Ετοιμάσου», αποφάσισαν. Το κορίτσι, που θα έφευγε και δεν το ’ξερε ακόμα, φοράει τα μαύρα της για να ξεχωρίζει από το γκρίζο του ουρανού: παλτό μακρύ, γάντια, καπέλο, μπότες. «Και μια σκάλα να πάρουμε... τη σκάλα σου την ξύλινη», αυτήν που έχουν οι μάστορες για να δρασκελίζουν τον χώρο. 

Στήνουν στην παραλία. Ανοίγουν τη σκάλα, τη χώνουν στην άμμο. Γελάνε νευρικά από το πολύ το κρύο. Κρατούν τις ανάσες τους από τον πολύ αέρα. Το κορίτσι κρατάει τον χαρταετό σφιχτά, «τρέξε», της λένε, τρέχει αυτή προς τα κύματα, κι από πίσω της το αγόρι και το κορίτσι με τα κλικ. Κάνει σε λίγο ν’ ανέβει στη σκάλα με τον χαρταετό στο χέρι, ο χαρταετός κάνει τα δικά του στον βοριά και παραδίνεται, και γίνεται κουρέλι. Κάτω από τη σκάλα, το αγόρι λέει «πείνασα», το κορίτσι κρύβει τη μηχανή στη θήκη της, το άλλο βαστά τον χαρταετό, κουρέλι, παραμάσχαλα. «Πάμε». Πετάνε τον χαρταετό στον κάδο. Βραδιάζει. 

Κάθονται στην ταβέρνα, που αργά την Κυριακή, το απόγευμα, είναι άδεια, επειδή όλοι έχουν ήδη φάει κι είναι σπίτι τους και ακούν τα ποδόσφαιρα ή φτιάχνουν τις τσάντες της Δευτέρας. Το τραπεζομάντιλο είναι τόσο άσπρο, τόσο καθαρό, που τους έρχεται να βάλουν τις φωνές, αλλά δεν το κάνουν. Τρώνε με τα κεφάλια τους σκυμμένα, τα σαγόνια τους αρχίζουν να ξεμουδιάζουν από τα γέλια τα χθεσινοβραδινά.    

Αφήνουν το αγόρι στο σπίτι του. Αργότερα, το κορίτσι, που είναι φωτογράφος, φτιάχνει τη βαλίτσα της και μαζί με το άλλο, που θα φύγει και δεν το ξέρει ακόμα, κάθονται αγκαλιά στον καναπέ. Βλέπουν στην τηλεόραση ένα talent show, όπου κάποιοι διαγωνίζονται για το ποιος έχει την καλύτερη φωνή φαλτσάροντας ασύστολα. Ένας από αυτούς απόψε θα φύγει. Θα αποχωρήσει από το παιχνίδι απόψε, Κυριακή, κι αύριο Δευτέρα όλα θ’ αρχίσουν χωρίς εκείνον.          ■

Το βιβλίο της Μαριαλένας Σεμιτέκολου «Οι Κυριακές, το καλοκαίρι» κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Ίκαρος.

 

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ