ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Την πολυσχιδή, πλούσια, αλλά συχνά προβληματική σχέση της ελληνικής διασποράς με την Ελλάδα πραγματεύθηκε το συνέδριο που διοργάνωσε προ ολίγων ημερών το SEESOX (Southeast European Studies at Oxford) στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης.

«Το συνέδριο είναι το πρώτο μεγάλο συνέδριο που διοργανώσαμε στo πλαίσιo του μεγάλου ερευνητικού προγράμματος Greek Diaspora Project», δηλώνει στην «Κ» ο Οθων Αναστασάκης, διευθυντής του SEESOX. «Προσείλκυσε μερικά από τα σημαντικότερα ονόματα στην έρευνα για την ελληνική διασπορά από όλο τον κόσμο. Κατά τη διάρκεια του συνεδρίου τονίσαμε τη σημασία για βαθύτερη επιστημονική και εμπειρική κατανόηση της διασποράς, για εμπιστοσύνη ανάμεσα στην ομογένεια και τη μητέρα πατρίδα, και για ενίσχυση δεσμών ανάμεσα στις διασπορικές κοινότητες ανά τον κόσμο».

Η θεματολογία ήταν ευρεία, από το brain drain και τον ρόλο της ελληνοαμερικανικής κοινότητας στην προώθηση των εθνικών θέσεων ώς τη στροφή των διασπορικών οργανώσεων στη στρατηγική φιλανθρωπία και τη νέα έμφαση στη διασύνδεση με συγκεκριμένους τόπους στην Ελλάδα (αντί της χώρας γενικότερα).

«To 30% των διασπορικών οργανώσεων ανά τον κόσμο έχει τοπικό χαρακτήρα», σημειώνει στην «Κ» ο Αντώνης Καμάρας, ερευνητής στο Greek Diaspora Project, επικαλούμενος τα στοιχεία που έχει συγκεντρώσει το πρόγραμμα (τα οποία αποτυπώνονται σε ηλεκτρονικό χάρτη που είναι αναρτημένος στο Διαδίκτυο). Η Βασιλική Χρυσανθοπούλου, επίκουρη καθηγήτρια του ΕΚΠΑ, παρουσίασε στο συνέδριο δύο περιπτώσεις (Λήμνος, Καστελλόριζο) όπου η σχέση των διασπορικών κοινοτήτων (στην Αυστραλία) με τον τόπο καταγωγής τους έχει γίνει πολύ πιο στενή τις τελευταίες δεκαετίες. Αφορμή ήταν η μνήμη ιστορικών περιστατικών (η εκστρατεία της Καλλίπολης, το ναυάγιο ενός πλοίου που επέστρεφε στο Καστελλόριζο 500 πρόσφυγες στο τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου), αλλά σοβαρό ρόλο έχει παίξει και η σημαντική μείωση του κόστους των αεροπορικών μετακινήσεων.

Στο πλαίσιο της ανάλυσης του πολιτικού ρόλου των κοινοτήτων της διασποράς, συζητήθηκε επίσης η διαχρονική αδυναμία της Αθήνας να κινητοποιήσει την ελληνοαμερικανική κοινότητα υπέρ των ελληνικών θέσεων. Ο κ. Καμάρας αναφέρεται ως παράδειγμα στο Birthright Israel – το πρόγραμμα δεκαήμερων επισκέψεων στο Ισραήλ για νέους εβραϊκής καταγωγής, από το οποίο έχουν επωφεληθεί στα 20 χρόνια λειτουργίας του 600.000 άτομα, κυρίως από τις ΗΠΑ και τον Καναδά. «Πρόκειται για γεγονός που αλλάζει την οπτική εκείνων που συμμετέχουν, τους δένει πολύ πιο στενά με τη χώρα καταγωγής τους. Γιατί δεν έχουμε κάνει κάτι παρόμοιο;» Η επιρροή της κοινότητας έχει μειωθεί περαιτέρω, τονίζει ο κ. Καμάρας, εξαιτίας της «θεσμικής εξασθένησης της Αρχιεπισκοπής» τα τελευταία χρόνια. Επισημαίνει ενδεικτικά ότι ενώ το κίνημα Γκιουλέν έχει ιδρύσει 150 ανεξάρτητα δημόσια σχολεία (charter schools), η ελληνοαμερικανική κοινότητα έχει ιδρύσει μόνο 15, κυρίως επειδή η Αρχιεπισκοπή τα βλέπει ανταγωνιστικά.

Σχετικά με το brain drain, ο Μανώλης Πρατσινάκης, ερευνητής και υπότροφος του Ιδρύματος Ωνάση στην Οξφόρδη, αναφέρει στην «Κ» ότι κορυφώθηκε το 2012 και έκτοτε «παραμένει σε υψηλά επίπεδα, με ετήσιες ροές άνω των 50.000 ατόμων». Τα χρόνια πριν από την κρίση, εξηγεί, οι Ελληνες ήταν από τους πλέον επιφυλακτικούς λαούς στην Ευρώπη στο ενδεχόμενο να φύγουν από τη χώρα τους. «Αυτό έχει πλέον αλλάξει ριζικά. Η αποδημία δεν περιγράφεται από τους ίδιους τους μετανάστες σαν μια τραυματική εμπειρία, όπως έχει καταγραφεί στο ιστορικό συλλογικό, αλλά σαν μια ευκαιρία να χτίσουν τη ζωή τους με καλύτερους όρους. Επιπλέον, το άμεσο κοινωνικό περιβάλλον είναι πιο θετικό». Είναι πιθανόν, συμπεραίνει, το φαινόμενο να συνεχιστεί τα επόμενα χρόνια ανεξάρτητα από την πορεία της ελληνικής οικονομίας, ιδιαίτερα μεταξύ αυτών με την υψηλότερη εκπαίδευση – αλλά και με κάποια αύξηση των ροών του επαναπατρισμού.

Προς το παρόν, πάντως, η παλιννόστηση δεν είναι στα σχέδια πολλών. Σύμφωνα με την έρευνα EUMIGRE, σημειώνει ο κ. Πρατσινάκης, που πραγματοποιήθηκε το 2017 στην Ολλανδία και στην ευρύτερη περιοχή του Λονδίνου, μόνο 5% των μεταναστών που έφυγαν μετά το 2010 σχεδιάζουν να επιστρέψουν στην Ελλάδα μέσα στα επόμενα τρία χρόνια, ενώ λίγοι (20%) είναι και αυτοί που θα επιθυμούσαν κάτι τέτοιο.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ