ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

«Οταν συνειδητοποιείς ότι η χώρα σου έχει μετατραπεί σε νεκροταφείο ονείρων, πρέπει να αναζητήσεις αλλού τα όνειρά σου», λέει ο Κωνσταντίνος Κακογιάννης, ένας από τους δεκάδες επιστήμονες που εγκατέλειψαν την Ελλάδα και βρέθηκαν στο Ντίσελντορφ της Γερμανίας, στην πόλη όπου δημιουργείται μία νέα, μικρή... Αθήνα. «Νομίζω ότι η Αθήνα βρίσκεται πέρα από το καλό και το κακό, πέρα από την ομορφιά και την ασχήμια. Οπως και να ’χει, δεν πιστεύω ότι οι πόλεις πρέπει να είναι όμορφες. Πρέπει μάλλον να είναι ενδιαφέρουσες. Ζωντανές. Και η Αθήνα είναι το δίχως άλλο ζωντανή. Είναι μια πόλη που αλλάζει διαρκώς», αναφέρει η Αφροδίτη Παναγιωτάκου, διευθύντρια Πολιτισμού της Στέγης του Ιδρύματος Ωνάση.

Δύο πρόσφατα, με πολύ μικρή μεταξύ τους απόσταση, ρεπορτάζ στους New York Times παρουσιάζουν τη μέρα με τη νύχτα της Ελλάδας. Από τη μια, οι απογοητευμένοι (και θυμωμένοι) Ελληνες που αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν και, από την άλλη, εκείνοι που επιμένουν εδώ, ακόμη κι αν παραμένουν επίσης απογοητευμένοι ή και θυμωμένοι. Οι δημοσιογράφοι Λιζ Αλντερμαν και Τσάρλι Γουάιλντερ, αντιστοίχως, βρέθηκαν με τους Ελληνες του Ντίσελντορφ και τους Ελληνες της Αθήνας. Η πρώτη παρουσιάζει τη νέα ζωή των μεταναστών, που πιστεύουν πως, «όταν η οικονομία έχει καταστραφεί, χρειάζονται πολλά χρόνια να την ξαναχτίσεις. Μπορεί να τελειώνουν τα μνημόνια, αλλά δεν συμβαίνει το ίδιο με τα προβλήματα που έδιωξαν τους ανθρώπους», όπως αναφέρει ο Βασίλης Καπόγλου, ιδρυτής της λέσχης Ελλήνων Μηχανικών της Βόρειας Ρηνανίας - Βεστφαλίας. Η δεύτερη παρουσιάζει τη ζωή όσων έμειναν πίσω και γίνονται κοινωνοί, όπως αναδεικνύεται στο ρεπορτάζ, μιας Αθήνας που ξαναγεννιέται από τις στάχτες της, μια πόλη –και ίσως μια χώρα– που παλεύει να ορθοποδήσει – και, ίσως, κάπως τα καταφέρνει, κυρίως, όμως, μέσω του πολιτισμού και της διασκέδασης, όχι μέσω της ναυαρχίδας της ανάπτυξης, όπως είναι η επιχειρηματικότητα.


Η... Αθήνα του Ντίσελντορφ, που αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη χώρα.

Τα αντικρουόμενα ρεπορτάζ σκέφτομαι καθώς διαβάζω τις αφηγήσεις Ελλήνων που έφυγαν και Ελλήνων που έμειναν. Μέσα σε λίγες ημέρες δύο ανταποκρίσεις παρουσιάζουν το μεγάλο χάσμα που προκάλεσε η περιώνυμη κρίση, εμφανίζουν και καταδεικνύουν τις όλο και πιο ξεκάθαρες συγκρούσεις στην καθημερινότητα, στον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε, δεχόμαστε και αντιπαλεύουμε τα προβλήματα. Είναι εκείνη η δύσκολη συνειδητοποίηση ότι η πόλη και η χώρα μόνο να πνίξουν εσένα και τα όνειρά σου μπορούν και η άλλη, η λίγο πιο αισιόδοξη (ή, έστω, πιο αφελής), που λέει ότι μπορούμε, υπάρχει διέξοδος, «γίνεται». Γίνεται; Για κάποιους ναι, για κάποιους όχι. Κάποιοι δεν αντέχουν, εξαντλούν τα περιθώρια και τις αντοχές τους και φεύγουν. Αλλοι, πάλι, είτε από επιμονή είτε από πάσης φύσεως αδυναμία, παραμένουν αμετακίνητοι σε ένα τοπίο που επιθυμεί να διασωθεί, αλλά δεν έχει βρει ακόμα τον τρόπο· μόνον, πού και πού, βγάζει λίγο το κεφάλι έξω από τη μαυρίλα και παίρνει ανάσες, όπως συμβαίνει με το πλήθος διεξόδων διασκέδασης και πολιτισμού στη χώρα που έχει αμφότερα αποθεώσει. Το σίγουρο είναι ότι δεν μπορείς να κατηγορήσεις ή να επιδοκιμάσεις κανέναν. Ούτε εκείνους που αποφάσισαν να φύγουν ούτε και όσους επιμένουν να δραστηριοποιούνται σε ένα πλαίσιο που δεν ευνοεί σχεδόν καμία πρωτοβουλία, που είναι δυσκίνητο και δυσανεκτικό στη λογική, στις τεχνολογικές και άλλες κατακτήσεις του νέου κόσμου. Είναι τα δύο πρόσωπα της σύγχρονης Ελλάδας. Εκείνα τα πρόσωπα που αποδεικνύουν ότι η χώρα δεν είναι για όλους, δεν είναι ακόμα σίγουρη για τον εαυτό της – και σίγουρα πόρρω απέχει από το να τιτλοφορηθεί «κανονική».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ