Θοδωρής Γεωργακόπουλος ΘΟΔΩΡΗΣ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

Η Ελλάδα σε μία εικόνα

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Αν προσπαθήσει κανείς να παρατηρήσει το δημόσιο διάλογο στις ημέρες μας κάπως αποστασιοποιημένα και ψυχρά, νομίζω ότι θα διαπιστώσει ότι έχει ένα κυρίαρχο, υπόγειο θέμα: Την ταυτότητα. Ο ένας που του παίρνουν τη Μακεδονία, ο άλλος που φοβάται τους ξένους, ο άλλος που δεν καταλαβαίνει καλά έναν κόσμο που αλλάζει και άρα δεν ξέρει πού να βάλει τον εαυτό του εκεί μέσα, πού ανήκει, ποιος είναι. Δεν είναι μόνο ελληνικό φαινόμενο, είναι παγκόσμιο και δεν είναι μόνο σημερινό, είναι διαχρονικό. Απλά τώρα η ταυτότητα του καθενός μοιάζει να αμφισβητείται από πολλές μεριές ταυτόχρονα, από την παγκοσμιοποίηση, από τις γεωπολιτικές ανακατατάξεις, τις τεχνολογικές εξελίξεις, από κάθε έκφανση της οικονομικής και κοινωνικής δραστηριότητας που μοιάζουν να αλλάζουν με ρυθμό πολύ ταχύτερο από ό,τι παλιά.

Τέλος πάντων, το άγχος είναι εμφανές, και μέσα σε αυτό το κλίμα, όταν θέλω να θυμηθώ ποιοι είμαστε, τι σόι λαός και ποια ταυτότητα είναι αυτή που φοβόμαστε ότι κινδυνεύει, παίρνω τους δρόμους.

Γιατί η ταυτότητά μας δεν είναι στην τσέπη -είναι στο δρόμο. Κανένας δεν μπορεί να καταλάβει τους ανθρώπους από αυτά που έχουν στο μυαλό τους, επειδή αυτά που έχουν στο μυαλό τους δεν φαίνονται. Μπορούμε όμως να πάρουμε μια καλή ιδέα από τα πράγματα που αυτοί οι άνθρωποι κάνουν κι από αυτά που αφήνουν πίσω, από το αποτύπωμά τους στον πραγματικό κόσμο. Βλέπεις τον Παρθενώνα, ας πούμε, και λες να, κάτι κάναν αυτοί.

Κατά τη γνώμη μου, η ταυτότητα της σύγχρονης Ελλάδας βρίσκεται σε μια γωνία της Καλογρέζας, στα βόρεια της Αθήνας. Συγκεκριμένα εδώ:

Αυτή εκ πρώτης όψεος μπορεί να μην μοιάζει καμιά σπουδαία ή ενδιαφέρουσα εικόνα, αλλά στην πραγματικότητα κρύβει πολλές χρήσιμες πληροφορίες.

Κοιτάξτε το κτίριο της γωνίας, ας πούμε. Είναι ένα παλιό, εγκαταλειμένο διώροφο, ίσως της δεκαετίας του ’60, όχι αρκετά παλιό ώστε να είναι αξιοσημείωτο. Έχει το χρώμα το μπεζ της εγκατάλειψης, σκουριασμένα κάγκελα στο μικρό μπαλκόνι που αιωρείται πάνω από το στενό, επικλινές, ταλαιπωρημένο  πεζοδρόμιο, μια πόρτα που ανοίγει σχεδόν στο δρόμο χωρίς σκαλάκι και ξεβαμμένα ξύλινα παραθυρόφυλλα. Είναι, φυσικά, γεμάτο με πολλά ακατάληπτα γκραφίτι, μια τεράστια λέξη (ΑΓΑΠΗ) γραμμένη με φλουό κίτρινα γράμματα στο ισόγειο, και στο γείσο του μπαλκονιού είναι ζωγραφισμένο ένα σφυροδρέπανο και οι λέξεις “ΚΚΕ ΙΣΧΥΡΟ”.

Στη γωνία της πρόσοψης του ισογείου υπάρχει καρφωμένη μια πρόσφατη, πράσινη πινακίδα που γράφει “Λεωφόρος Κύμης” αλλά μισό μέτρο πιο πάνω υπάρχει και μια άλλη, πολύ παλαιότερη μπλε πινακίδα που επίσης γράφει “Λεωφόρος Κύμης”. Κανείς δεν έκανε τον κόπο να την κατεβάσει.

Εκτός από το σπίτι υπάρχουν κι άλλες ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες στην εικόνα. Τα πεζοδρόμια μπροστά στο σπίτι είναι κατατρυπημένα από δεντράκια, κολώνες της ΔΕΗ και άλλες, αυτοσχέδιες κατασκευές. Χορτάρια φυτρώνουν ανάμεσα στις πλάκες. “Ανταλλακτικά αυτοκινήτων” γράφει η πινακίδα που κρέμεται από ένα γαλάζιο σίδερο που κάποιος έμπηξε στο αυτοσχέδιο παρτέρι. Δυο κάδοι σκουπιδιών, ένας πράσινος κι ένας μεταλλικός (ή πράσινος κι αυτός, αλλά πάρα πολύ βρώμικος -δεν φαίνεται καλά) στέκονται μακριά ο ένας από τον άλλο, σαν τσακωμένοι. Ακριβώς δίπλα στο σπίτι, σχεδόν κολλημένο στον τοίχο, ένα καναρινί παράνομα παρκαρισμένο αυτοκίνητο, καβαλημένο στο πεζοδρόμιο. Οι πινακίδες (απαγορεύεται η δεξιά στροφή, απαγορεύεται η στάθμευση) και πολλές από τις κολώνες είναι διακοσμημένες με ξεφτισμένα αυτοκόλλητα. Απέναντι παραταγμένες στέκονται οι γνωστές ελληνικές πολυκατοικίες, με μικρά καταστήματα στα ισόγεια και τις λευκές (μπεζ, αναπόφευκτα) ή τις παραδοσιακές πράσινες τέντες. Από τα ασύμμετρα μπαλκόνια κρέμονται χορτάρια και λουλούδια από τις γλάστρες. Κάποιος έχει βάλει κίτρινα σίδερα στο πεζοδρόμιο μπροστά στο μαγαζί του, για να μην παρκάρουν άλλα αυτοκίνητα. Από παντού κρέμονται καλώδια. Στις ταράτσες κάθε δορυφορικό πιάτο μοιάζει να κοιτάζει προς διαφορετική κατεύθυνση.

Εκεί είναι η ταυτότητά μας, κατά τη γνώμη μου. Στην υπόγεια αναρχία και την ήπια περιφρόνηση, την καθολική απάθεια και τον αυτονόητο εγωισμό, την αδιαφορία για τον κοινόχρηστο χώρο, για τα κοινά, για την κοινωνία. Στην υποβόσκουσα απέχθεια για τους άλλους. Στην ανάγκη για επιβολή, για κυριαρχία στο χώρο, αλλά μόνο στο χώρο που ορίζουμε ως προσωπικό μας. Στην ανοχή της ασχήμιας. Στην εξοικίωση με τη μιζέρια. Αυτή η ταυτότητα δεν φαίνεται μόνο σε μια γωνία της Καλογρέζας, αποτυπώνεται παντού, σε όλη την Αθήνα, σε ολόκληρη την ελληνική επαρχία, οπουδήποτε κοιτάξει κανείς εκτός από μεμονωμένα, πολύ συγκεκριμένα σημεία της ελληνικής επικράτειας τα οποία, δυστυχώς, στη συντριπτική τους πλειοψηφία τα έχουν φτιάξει αρχαίοι ή ξένοι. Πάντα μου δημιουργούσε τρομερή κατάπληξη το πώς γενιές ανθρώπων που μεγάλωσαν στους πρόποδες του Παρθενώνα κατέληξαν να φτιάξουν μια ταυτότητα που εκφράζεται με αυτές τις συμπεριφορές, με αυτές τις εικόνες. Αλλά αυτό είναι ένα άλλο θέμα. Το κρίσιμο και το επείγον είναι το εξής: Την εποχή που πολλοί από εμάς φοβούνται μην και χάσουν την ταυτότητά τους, μήπως έχει νόημα να κοιτάξουμε λίγο πιο προσεκτικά γύρω μας, στις κοντινές μας γωνιές ο καθένας και να αναρωτηθούμε: Μπας και δεν έχουμε και πολλά να χάσουμε;

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ