ΒΙΒΛΙΟ

Φρέσκα, ελληνικά ποιήματα, μέσω Αλβανίας

ΜΑΡΙΑ ΤΟΠΑΛΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

ΛΟΥΑΝ ΤΖΟΥΛΙΣ
Γυμνός
Ποιήματα
εκδ. Τόπος, σελ. 94, 2017

Γ​​ράφει σε μια γλώσσα που άρχισε να μαθαίνει στα σαράντα του – και η ποίησή του αξίζει τον κόπο. Αυτό, αν δεν είναι σεισμός στις αντιλήψεις, είναι, οπωσδήποτε, μια καλή ευκαιρία να κουνηθούμε λιγάκι από τη θέση μας. Ο Λουάν Τζούλις, γεννημένος το 1955 κοντά στην Κορυτσά, ήρθε στην Ελλάδα μετανάστης το 1995. Εχει εκδώσει ποίηση στη μητρική του γλώσσα, όμως από το 2003 ξεκίνησε την προσπάθεια στα ελληνικά, αρχικά μεταφράζοντας από τα αλβανικά, ήδη όμως, εδώ και αρκετά χρόνια, γράφοντας κατευθείαν στη δική μας γλώσσα. Διαβάζοντας, άλλοτε αλλά και τώρα, την ποίηση του Τζούλις, έρχεται πάντοτε στον νου μου μια φράση του ποιητή Βύρωνα Λεοντάρη (1932-2014), από τα δοκίμιά του με τίτλο «Κείμενα για την ποίηση» (Νεφέλη, 2001). Ο Λεοντάρης περιέγραφε εκεί τον απειλητικό κλοιό που έσφιγγε, όπως πίστευε, την ποιητική γλώσσα: «Δεν υπάρχει άλλο γλωσσικό ιδίωμα για την ελληνική ποίηση, παρά η γλώσσα του πρόσφυγα, του μετανάστη, του εξόριστου, της διασποράς, η γλώσσα του Ελληνα σε συνεχή κατάσταση ανάγκης». Η «θέση» του Β.Λ. σηκώνει, βέβαια, συζήτηση που δεν μπορεί να γίνει εδώ. Σίγουρα όμως ο Τζούλις δίνει αφορμή να σκεφθούμε πάνω στην ειρωνεία της ιστορίας στον βαθμό που, στη δική του ποίηση, η ελληνική γλώσσα, πράγματι, φρεσκάρεται και ανανεώνεται από έναν μετανάστη – μόνο που αυτός δεν είναι Ελληνας. Δεν είναι ο «Ελληνας σε κατάσταση ανάγκης». Είναι, ίσως, κάποιος που βρίσκεται σε «κατάσταση ανάγκης» εξαιτίας και των Ελλήνων, αλλά επιλέγει να γράψει στη γλώσσα τους. Ευσταθεί άραγε το επιχείρημα του Λεοντάρη υπό τον όρο αυτής της αντιστροφής; Ή μήπως θέλουμε να είναι Ελληνας ο μετανάστης που επιλέγει να γράψει στα ελληνικά;

Αφήνοντας, όμως, στην άκρη όλον αυτόν τον προβληματισμό, ας στρέψουμε στα ίδια τα ποιήματα την προσοχή μας. Τι ακριβώς εισφέρει ο Τζούλις; Ανάμεσα σε άλλα θα σημειώσουμε ένα στεγνό, λίγο σκοτεινό χιούμορ και έναν αυτοσαρκασμό που, μαζί με τη λιτότητα της γλωσσικής κατασκευής και έναν λυρισμό αγροτικής προέλευσης και βαλκανικής ιδιοσυγκρασίας, μας είναι γνωστά και από άλλους ποιητές και ποιήτριες των γειτονικών μας χωρών.

Ο πειρασμός να δοθεί στους αναγνώστες μια γεύση των παραπάνω με τη βοήθεια της μεθόδου του «cut up», μιας σύνθεσης, δηλαδή, μεμονωμένων στίχων του Τζούλις από πολλά διαφορετικά ποιήματά του, είναι μεγάλος για να αντισταθώ: «...και τρελός εραστής με ρήματα και λέξεις που αγαπώ/ Ισως, κι ένα μυστικό ραντεβού με τη νεκρή μητέρα μου/ μου ρυθμίζουν τα βήματα/ Αγαπώ τους απόντες/Ταραγμένος, έψαχνα στο ράφι με τα αξιόλογα πράγματα». Υπάρχει στ’ αλήθεια μια κοφτερή, άμεση καθαρότητα στον τρόπο που χρησιμοποιεί τη γλώσσα μας και υπάρχει και κάτι ακόμη που –ίσως σε αυτό δικαιώνεται κάπως ο Λεοντάρης– μας έχει λείψει με τον καιρό: ο Τζούλις χρησιμοποιεί τη γλώσσα με αγάπη και με πίστη στις δυνατότητές της. Δεν θα έκανε, βέβαια, αλλιώτικα τον κόπο να την μάθει ούτε θα παιδευόταν με αυτήν σε ώριμη ηλικία.

Τα ποιήματά του διαβάζονται, λοιπόν, και ως ομολογία πίστης. Αυτό είναι ασφαλώς το πιο δραστικό συστατικό τους, που τα καθιστά αξιομνημόνευτα. Τι θα ήταν άλλωστε η ποίηση αν δεν ήταν αξιομνημόνευτη; Ας δουν οι αναγνώστες, αντί άλλων, το ποίημα «Ερωτισμός», με θέμα την ερωτική σχέση των γονέων αλλά και την ανταγωνιστική ταύτιση του ποιητικού «εγώ» με τον πατέρα-εραστή. «Νύχτες/άκουγα τα μπερδεμένα λόγια της μάνας/και τον φλοίσβο των φιλιών του πατέρα/σαν απάντηση...».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ