ΘΕΑΤΡΟ

Η μάχη του Λιβαθινού με τον «προβληματικό» Τίμωνα του Σαίξπηρ

ΜΑΤΙΝΑ ΚΑΛΤΑΚΗ

Τι σόι άνθρωπος είναι, τέλος πάντων, ο Τίμων, αν δεν έχει εικόνα της κατάστασής του, αν έχει αποκοιμίσει την κριτική του ικανότητα;

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Κριτική

Παράξενο έργο ο «Τίμων ο Αθηναίος» του Σαίξπηρ. Η μελέτη των στίχων αλλά και των δραματουργικών «ατελειών» του οδήγησε σε υποθέσεις που δεν μπορούν να επιβεβαιωθούν: ότι ο Σαίξπηρ συνεργάστηκε με κάποιον άλλο ποιητή, πιθανόν με τον Τόμας Μίντλετον, ή ότι έγραψε μια πρώτη εκδοχή του αλλά το παράτησε και το ανέλαβε ο Μίντλετον. Κάποιοι υποστηρίζουν ότι αποτελεί πρώτη, μη ολοκληρωμένη γραφή και άλλοι ότι αποτελεί μία δοκιμή, ένα πείραμα που εγκαταλείφθηκε.

Κρίνοντας από τις ομοιότητές του με τον «Βασιλιά Ληρ» (1605-6) ως προς τον κεντρικό ήρωα και την πτώση του, η συγγραφή του τοποθετήθηκε στην τριετία 1604-1606. Από τη στιγμή, ωστόσο, που ανέβηκε ο «Ληρ», ο «Τίμων» έμεινε στο περιθώριο ως έργο προβληματικό.

Εξακολουθεί να είναι ένα από τα λιγότερα παιγμένα σαιξπηρικά έργα.

Πηγή του Σαίξπηρ υπήρξε ο «Τίμων ή Μισάνθρωπος» του Λουκιανού (125-180 μ.Χ.) – στο έργο του αποδίδονται στην αγγλική, σχεδόν αυτούσιες, προτάσεις του αρχαίου διαλόγου. Ο ήρωας είναι ένας εύπορος Αθηναίος του 5ου αι., που σπατάλησε την περιουσία του σε συμπόσια και ευεργεσίες προς την πόλη και τους φίλους του. Oταν πτώχευσε και χρειάστηκε τη βοήθειά τους όλοι του γύρισαν την πλάτη. Ο κλονισμός από την προδοσία ήταν τέτοιος, που ο Τίμων κατακλύστηκε από μίσος όχι μόνο για τους «φίλους» και τη διεφθαρμένη πόλη του (οι γερουσιαστές που την κυβερνούν παρουσιάζονται καιροσκόποι, τοκογλύφοι, ανίκανοι να αποδώσουν δικαιοσύνη). Σ’ έναν από τους πιο απεγνωσμένους μονολόγους του, ο Τίμων αναφέρεται στο φυσικό «δίκαιο» του ζωικού βασιλείου, που ο πιο δυνατός επιβιώνει. Αλλά ποιος θέλει μια ζωή επιβίωσης; «Oποιο ζώο, όποιο θηρίο και να ήσουνα, πάντα θα εξαρτιόσουν από την εξουσία κάποιου άλλου. Μόνη σιγουριά θα ήταν η φυγή και μόνη προστασία η απουσία!», λέει στον άλλο μισάνθρωπο της ιστορίας, τον φιλόσοφο Αποίμαντο.

Η επικρατέστερη ερμηνεία για το ήθος του Τίμωνος επιμένει στην αγαθότητα, στην αδιαπραγμάτευτη πίστη του στη φιλία και στη γενναιοδωρία του. Αν, ωστόσο, ο Τίμων δεν είναι ιδεαλιστής και ρομαντικός; Αν εξαγοράζει τη συντροφιά των άλλων με πλούσια δώρα; Αν πίσω από τη γενναιοδωρία του (που, ως γνωστόν, είναι «από μόνη της μία μορφή εξουσίας») κρύβεται μια «ναρκισσιστική» ανάγκη επιβολής; Τι σόι άνθρωπος είναι, τέλος πάντων, αν δεν έχει εικόνα της κατάστασής του, αν έχει αποκοιμίσει την κριτική του ικανότητα και δεν διακρίνει στη συμπεριφορά των άλλων την κολακεία και την ιδιοτέλεια;

Ο μεγάλος Πίτερ Μπρουκ που εγκαινίασε το θέατρό του στο Παρίσι (το Théâtre des Bouffes du Nord) τo 1974 με τον «Τίμωνα τον Αθηναίο», είπε ότι πρόκειται για χαρακτήρα των άκρων. Και είναι έτσι: από το απόλυτο δόσιμο(;) περνά στην απόλυτη άρνηση, σε μια διαδρομή χωρίς επιστροφή και, κυρίως, χωρίς σταθμούς αυτοκριτικής και αυτεπίγνωσης. Εχει κοινά με τα πρόσωπα της αρχαίας τραγωδίας που ακριβώς επειδή κινούνται στα άκρα, υποδεικνύουν στο κοινό την αξία της μεσότητας.

Μία εντελής προσέγγιση του έργου δεν μπορεί, κατά τη γνώμη μου, να εστιάζει μόνο στον Τίμωνα αλλά να αναδεικνύει τρεις διαφορετικές στάσεις: του Τίμωνα, του Αποίμαντου και του (στρατηγού) Αλκιβιάδη. Ο Τίμων επιλέγει την άρνηση, την αναχώρηση και τον θάνατο. Ο Αποίμαντος παραμένει στο παιχνίδι, ένας κυνικός φιλόσοφος που δεν δεσμεύεται από κοινωνικές θέσεις και σχέσεις, γι’ αυτό και μπορεί να λειτουργεί ως τιμητής των πάντων. Ο Αλκιβιάδης, πάλι, αναλαμβάνει τον ρόλο του τιμωρού μέσω της βίας και της ισχύος των όπλων.

Ο «Τίμων» που είδαμε στο υπό ανακαίνιση Κοτοπούλη (Rex) αρχίζει εντυπωσιακά, με τη δράση να εκτείνεται όχι μόνο στην ευρύχωρη σκηνή αλλά και σε μία χαμηλού ύψους προέκταση κατά μήκος της πλατείας. Ο Στάθης Λιβαθινός κινήθηκε στους δύο άξονες που χαρακτηρίζουν τη δουλειά του: στην έννοια του ensemble, με τους εξαίρετους ηθοποιούς του να εναλλάσσονται στους ρόλους – εκτός, βέβαια, από τον Βασίλη Ανδρέου, που υποδύεται τον Τίμωνα. Ο δεύτερος άξονας αφορά την ανάδειξη της θεατρικότητας της δράσης, τόσο με τον τρόπο ερμηνείας του λόγου (δεν επιδιώχθηκε να ακούγεται κατά το δυνατόν «φυσικός») όσο και με τον εμπλουτισμό της με choral πάνω στη θαυμάσια μουσική που συνέθεσε ο Λύσανδρος Φαληρέας. Στις τρεις πρώτες πράξεις, που εξελίσσονται κυρίως στο σπίτι του Τίμωνος και στη Γερουσία, οι σκηνογραφικές ιδέες της Ελένης Μανωλοπούλου (λ.χ. η σκηνή του συμποσίου) εντυπωσιάζουν. Κάποιες άλλες, ωστόσο, (όπως η καταπακτή που ανοίγει στην προέκταση της σκηνής, αποκαλύπτοντας έναν χώρο με υπολογιστές, «χρηματιστηριακού» γραφείου) ήταν περιττές. Οταν, μάλιστα, δεν βρέθηκε σκηνογραφική λύση για τη Δ΄ και την Ε΄ πράξη – όπου η δράση μεταφέρεται στην ερημιά, έξω από τη πόλη. Από τη στιγμή που δεν διαφοροποιείται ο δραματικός τόπος, μειώνεται κάθετα η ένταση της απόφασης του Τίμωνος να ζήσει ως αναχωρητής, ή ως θηρίο, μακριά από τους ανθρώπους.

Μοιραία, νομίζω, υπήρξε η σκηνοθετική επιλογή των δύο πόλων (ο Τίμων στον έναν, τα υπόλοιπα πρόσωπα στον άλλο). Ετσι ο Αποίμαντος δεν μπόρεσε να λειτουργήσει ως αντεστραμμένο είδωλο του Τίμωνος, και οι σκηνές με τον Αλκιβιάδη και τους γερουσιαστές έμοιαζαν δραματουργικά μετέωρες (όταν ακριβώς πάνω σ’ αυτές ο Μπρουκ έθεσε το ερώτημα αν τελικά το έργο αφορά τον Τίμωνα ή την Αθήνα).

Τέλος, ο «Τίμων ο Αθηναίος» δεν εντάσσεται αδίκως στα «προβληματικά έργα» του Βάρδου – απαιτούνται κοψίματα (μεταξύ άλλων θα μπορούσε να κοπεί, π.χ., η σκηνή του αποχωρισμού των υπηρετών ή τα διαλογικά του Τίμωνος με τις ερωμένες του Αλκιβιάδη), ώστε ο ρυθμός να είναι σφικτός και το ενδιαφέρον του κοινού να μη βρίσκεται σε σταδιακή πτώση έως το φινάλε.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ