ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Μνήμες δημοψηφίσματος του 2015

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ

Ψηφοδέλτιο για το δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου 2015, όπου φαίνεται το ερώτημα το οποίο, εκείνες τις ημέρες, χώρισε τον ελληνικό λαό σε δύο στρατόπεδα.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Τρία χρόνια συμπληρώνονται σε λίγες μέρες από το δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου του 2015, την κορύφωση του θρίλερ που σφράγισε την πρώτη περίοδο της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. Ηταν ένα ιστορικό επεισόδιο, που έθεσε την Ελλάδα στο επίκεντρο του διεθνούς ενδιαφέροντος και την έφερε στα πρόθυρα μιας κατακλυσμικής εθνικής καταστροφής. Ηταν, επίσης, μία περίοδος μεγάλης έντασης στο εσωτερικό της χώρας. Οι επικριτές της κυβέρνησης, που για μήνες έβλεπαν τη διαπραγματευτική της τακτική να μην οδηγεί πουθενά, βρέθηκαν ξαφνικά αντιμέτωποι με τους χειρότερούς τους εφιάλτες. Είτε από ανικανότητα είτε από σχέδιο, έβλεπαν τον Αλέξη Τσίπρα να σέρνει τη χώρα εκτός ευρώ, ενδεχομένως και εκτός Ευρωπαϊκής Ενωσης και τον υπουργό Αμυνας να διαβεβαιώνει ότι ο στρατός θα διασφαλίσει την κοινωνική ειρήνη· άκουγαν για ανοίγματα στη Ρωσία και για την «τρόικα εσωτερικού», στην οποία ανήκαν όσοι αναδείκνυαν τους κινδύνους των κυβερνητικών χειρισμών.

Οι υποστηρικτές του «Οχι», από την άλλη, ένιωθαν μία πρωτοφανή ανάταση, έπειτα από πέντε χρόνια λιτότητας και ταπείνωσης στα χέρια των ξένων κηδεμόνων της χώρας. Προερχόμενοι κυρίως από ασθενέστερα οικονομικά στρώματα, θεωρούσαν ότι δεν είχαν κάτι περισσότερο να χάσουν από την έξοδο από το ευρώ. (Εξηγώντας τη στροφή του μετά το δημοψήφισμα, ο κ. Τσίπρας θα απέρριπτε αυτό το σκεπτικό, λέγοντας επανειλημμένως ότι θα ήταν ακριβώς οι ασθενέστεροι που θα πλήττονταν περισσότερο στο χάος που θα συνόδευε το Grexit). Και έβλεπαν τους οπαδούς του «Ναι» ως προνομιούχους και εκπροσώπους του παλαιού καθεστώτος, που ευθυνόταν για τη χρεοκοπία και τις αγριότητες των μνημονίων.

Η πολιτική λογική των δύο θέσεων –και οι συνέπειες που θα είχε το «Οχι» αν επέμενε σε αυτό μέχρι τέλους η κυβέρνηση– έχει συζητηθεί σε μεγάλη έκταση, και θα συνεχίσει πιθανώς η συζήτηση για χρόνια. Αντ’ αυτού, η «Κ» ζήτησε από δύο σημαντικές φωνές των αντίπαλων στρατοπέδων, τον Στάθη Καλύβα και τον Κώστα Λαπαβίτσα, να περιγράψουν πώς βίωσαν οι ίδιοι τις ταραχώδεις εκείνες μέρες του Ιουνίου και του Ιουλίου πριν από τρία χρόνια. Ζούμε σε μια εποχή, στην Ελλάδα και διεθνώς, που όσοι διαφωνούν πολιτικά δυσκολεύονται όλο και περισσότερο να ακούσουν ο ένας τον άλλο, και ρέπουν με αυξανόμενη ευκολία στη δαιμονοποίηση. Αξίζει να θυμόμαστε ότι αυτός είναι ο δρόμος του διχασμού – που καταλήγει να υπονομεύει την ίδια τη δημοκρατία.

Οι μέρες του ζόφου

Του ΣΤΑΘΗ Ν. ΚΑΛΥΒΑ*

Αν πρέπει να περιγράψω την εμπειρία μου του Ιουλίου του 2015 με μία μόνο λέξη, θα επέλεγα τον ζόφο. Και αν έπρεπε να θυμηθώ το πιο έντονο σωματικό της σύμπτωμα, θα σημείωνα την αϋπνία.

Τα γεγονότα που μας σημαδεύουν συλλογικά (και εκ των υστέρων αποκαλούμε ιστορικά) είναι εκείνα που όλοι μπορούν να θυμηθούν πού βρίσκονταν όταν συνέβησαν. Για εμένα όλα ξεκίνησαν στη Μύκονο, όπου έτυχε να φιλοξενούμαι σε φίλους. Εμαθα για το δημοψήφισμα ρίχνοντας μια τελευταία ματιά στο τηλέφωνο μου προτού ξαπλώσω. Η αλήθεια, πάντως, είναι πως εκείνο το βράδυ δεν συνειδητοποίησα τι ακριβώς σήμαιναν όλα αυτά. Ξάπλωσα σχετικά ήρεμος, θεωρώντας πως μάλλον θα ξαναζούσαμε το σκηνικό του φθινοπώρου του 2011, όταν ο τότε πρωθυπουργός Γιώργος Παπανδρέου ανακοίνωσε (και κατόπιν ακύρωσε) τη διοργάνωση δημοψηφίσματος εν όψει του δεύτερου μνημονίου. Το κόστος ήταν τέτοιο που θεωρούσα τον συμβιβασμό της κυβέρνησης Τσίπρα ως την πιθανότερη εκδοχή.

Ξυπνώντας το Σάββατο, άρχισα να αφουγκράζομαι τη μεγάλη αναταραχή. Το θέμα κυριαρχούσε στα διεθνή ΜΜΕ. Δύο ήταν τα μεγάλα ερωτήματα που τριγύριζαν στο μυαλό μου. Το πρώτο: ποιες ήταν οι πραγματικές προθέσεις του Αλέξη Τσίπρα; Το δεύτερο: πώς θα αντιδρούσε ο κόσμος;

Ως προς το πρώτο, ήταν σαφές πως η καταγγελία των δανειακών συμβάσεων ισοδυναμούσε με μια καταστροφική έξοδο από το ευρώ και την Ε.Ε., με την οικονομία να καταρρέει άμεσα, ταραχές να ξεσπούν στην Αθήνα και τη χώρα να διολισθαίνει μέσα σε μερικές μέρες στον Τρίτο Κόσμο. Θα φθάναμε ώς εκεί; Ηταν δυνατό κάτι τέτοιο; Την Κυριακή το πρωί, καθώς γινόταν σαφές πως οι τράπεζες δεν θα άνοιγαν την επομένη, το αδιανόητο άρχισε σιγά σιγά να φαντάζει ολοένα και πιο πιθανό. Τα σύννεφα πύκνωναν μεταφορικά αλλά και κυριολεκτικά στη διάρκεια της μέρας. Θυμάμαι την αίσθηση που είχα καθώς παρατηρούσα στη διαδρομή από τη Ραφήνα με το ΚΤΕΛ τις τεράστιες ουρές που σχηματίζονταν κάτω από τη βροχή μπροστά στις τράπεζες. Ο λαός έδινε ραντεβού στα ΑΤΜ. Η αίσθηση ήταν σουρεαλιστική.

Και οι τελευταίες αμφιβολίες που είχα διαλύθηκαν τη Δευτέρα. Μετά τις πρώτες αναταράξεις, οι διεθνείς αγορές σταθεροποιήθηκαν και έγινε φανερό πως η μπλόφα του Βαρουφάκη είχε σκάσει με πάταγο στα μούτρα του. Αντί, όμως, η κυβέρνηση να κάνει πίσω, κλιμάκωσε την κρίση επιβάλλοντας τραπεζική αργία και κεφαλαιακούς ελέγχους και βάζοντας μπρος το δημοψήφισμα. Τα ράφια των σούπερ μάρκετ άρχισαν να αδειάζουν και κάθε είδους φήμες έδιναν και έπαιρναν. Θυμήθηκα τότε την αίσθηση που είχα ζήσει παιδί με την εισβολή στην Κύπρο και την κατάρρευση της χούντας.

Πώς, όμως, θα αντιδρούσε ο κόσμος μπροστά στη νέα αυτή πραγματικότητα; Θα τιμωρούσε την κυβέρνηση για την περιπέτεια αυτή ή θα την επιβράβευε; Παρατηρούσα τις αντιδράσεις: ένας ολόκληρος κόσμος συνέχιζε αμέριμνα τη ζωή του. Τα καφέ ήταν γεμάτα με ανθρώπους που θεωρούσαν πως δεν θα γινόταν τίποτα κακό, πως θα καταλήγαμε σε μια καλή λύση ή πως τέλος πάντων όλα είχαν συμφωνηθεί και παιζόταν ένα έργο για τα μάτια του κόσμου. Το γεγονός πως εκ των υστέρων οι απόψεις αυτές δεν αποδείχθηκαν και τόσο εξωπραγματικές, δεν σημαίνει πως στη συγκεκριμένη συγκυρία δεν ήταν. Ατάκες που συγκρατώ από τις μέρες εκείνες: «Και τι έχουμε να χάσουμε;», «Πόσο χειρότερα μπορούν να γίνουν τα πράγματα;», «Να τους δείξουμε επιτέλους!». Αυτή η τρομακτική άγνοια κινδύνου εμένα τουλάχιστον κυριολεκτικά με διέλυσε. Είχα πλέον αρχίσει να πείθομαι πως είχαμε μπει για τα καλά σε έναν δρόμο δίχως επιστροφή. Ο κόσμος που ήξερα θα χανόταν μια για πάντα. Πάντα έτσι δεν γίνονταν οι μεγάλες καταστροφές; Δεν πιάνουν τον κόσμο στον ύπνο;

Το πράγμα «κούμπωσε» με την πόλωση και τον διχασμό. Για εμένα και τους φίλους μου, ο αγώνας για το ΝΑΙ πήρε τον χαρακτήρα σταυροφορίας για τη σωτηρία της χώρας. Διόλου δεν με καθησύχαζε το γεγονός πως η βάση μου ήταν στην Αμερική. Η οικογένειά μου, τα αγαπημένα μου πρόσωπα, η πατρίδα μου ήταν στο μάτι του κυκλώνα. Επρεπε να τα δώσω όλα! Ξεκίνησε τότε ένας συνεχής αγώνας για την ενημέρωση του κόσμου και των ξένων δημοσιογράφων, που δυστυχώς οι περισσότεροι βρήκαν την ευκαιρία να ζήσουν τον μύθο τους στην Ελλάδα βιώνοντας ανέξοδα την επανάσταση πάνω στις πλάτες άλλων. Ο χρόνος πύκνωνε απίστευτα, ο ενθουσιασμός εναλλασσόταν συνεχώς με τον φόβο, η πόλωση και το ανυπόκριτο μίσος ξεφύτρωναν παντού.

Εκ των υστέρων, βέβαια, διαπίστωσα πως τα ίδια ακριβώς συναισθήματα αισθάνθηκαν και όσοι έδωσαν με το ίδιο πάθος τον αγώνα της απέναντι όχθης. Πίστεψαν εξίσου ειλικρινά πως αγωνίζονταν για τη σωτηρία της χώρας και πως εμείς του ΝΑΙ ήμασταν βαθιά ξεγελασμένοι ή και όργανα των ξένων. Ακόμη και σήμερα δύσκολα θα συμφωνούσαμε για το ποιος είχε τότε δίκιο. Τι ειρωνεία!

Με τον καιρό, όμως, η μνήμη έχει αρχίσει να ξεθωριάζει και να απωθεί τις μέρες εκείνες στα άδυτά της. Μένει, όμως, μια έντονα πικρή γεύση που εύχομαι ολόψυχα να μη χρειαστεί να ξαναγευθούμε.

*Ο κ. Στάθης Καλύβας είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης.

Η κληρονομιά του «Ναι»

Του ΚΩΣΤΑ ΛΑΠΑΒΙΤΣΑ*

Το δημοψήφισμα του 2015 ήταν το κορυφαίο γεγονός της μακράς ελληνικής κρίσης. Καθόρισε την πορεία που τελικά ακολούθησε η χώρα. Τρία χρόνια μετά μπορεί κανείς να το εξετάσει ψύχραιμα, χωρίς να παραβλέπει το βαρύ συναισθηματικό του φορτίο. Στο δημοψήφισμα εμφανίστηκαν δύο κοινωνικά στρατόπεδα σε οξεία αντιπαράθεση. Η πλευρά του «Οχι» κυριαρχήθηκε από τα λαϊκά στρώματα, τη μισθωτή εργασία και τη μικρομεσαία θάλασσα της ελληνικής κοινωνίας. Η πλευρά του «Ναι» σφραγίστηκε από τους έχοντες και κατέχοντες, και από την ανώτερη μεσαία τάξη. Η αντιπαράθεσή τους αποκρυσταλλώθηκε στα συγκεκριμένα επίδικα του ευρώ και του χρέους.

Η ταξική διαφορά ήταν εύκολα ορατή. Το «Οχι» άντλησε στήριξη από το πληβειακό στοιχείο της ελληνικής κοινωνίας, κυρίως τις λαϊκές γειτονιές της πρωτεύουσας. Ηταν απτός ο ενθουσιασμός και η προσδοκία του ότι κάτι επιτέλους θα αλλάξει πραγματικά στη χώρα. Το «Ναι» στηρίχθηκε στο αστικό στοιχείο, όπως ήταν φανερό από την πλευρά των «Μένουμε Ευρώπη». Εξίσου απτός ήταν ο θυμός και η επιθετικότητά του, δηλαδή η κλασική αντίδραση ανθρώπων που νιώθουν το έδαφος να φεύγει κάτω από τα πόδια τους.

Ο διαχωρισμός σε στρατόπεδα είναι κάτι συνηθισμένο όταν υπάρχουν βαθιές κοινωνικές κρίσεις. Η σύγκρουση γίνεται πάντα για συγκεκριμένα ζητήματα και έρχεται μια κρίσιμη ιστορική στιγμή που δίνει τη νίκη σε ένα από τα στρατόπεδα. Ο νικητής λύνει τα ζητήματα όπως αυτός επιλέγει και η κοινωνία προχωράει μέσα στο νέο πλαίσιο. Αυτή είναι μια χαρακτηριστική μορφή της περίφημης ταξικής πάλης που ο Καρλ Μαρξ πίστευε ότι αποτελεί την κινητήρια δύναμη της κοινωνίας.

Η κρίσιμη ιστορική στιγμή της ελληνικής κρίσης ήταν το δημοψήφισμα. Το παράδοξο, όμως, είναι ότι ενώ τυπικά κέρδισε η πλευρά του «Οχι», στην πράξη ηττήθηκε. Τα λαϊκά στρώματα κατήγαγαν μια πύρρειο νίκη που δεν κράτησε ούτε μία εβδομάδα. Η τελική απάντηση στα καυτά ζητήματα του ευρώ και του χρέους δόθηκε από τα αστικά στρώματα, που κράτησαν τη χώρα στην ΟΝΕ και υποχώρησαν απέναντι στους δανειστές στο θέμα του χρέους. Η Ελλάδα της μόνιμης λιτότητας, της βαριάς φορολογίας, της οικονομικής δυστοκίας και της μαζικής μετανάστευσης της νεολαίας φτιάχθηκε από τον νικητή, την πλευρά του «Ναι».

Η πολιτική ήττα της πλευράς του «Οχι» ήταν έργο του ΣΥΡΙΖΑ και ειδικά του Αλέξη Τσίπρα. Πρόκειται για μία ακόμη παραδοξότητα της ελληνικής κρίσης που θα συνεχίσει να απασχολεί τους ιστορικούς. Για ποιο λόγο η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ προκήρυξε το δημοψήφισμα ζητώντας από τον ελληνικό λαό να ψηφίσει «Οχι», όταν η ηγεσία της στην πραγματικότητα προτιμούσε τις λύσεις που απαιτούσε η πλευρά του «Ναι»; Η απάντηση δεν μπορεί να δοθεί χωρίς να λάβουμε υπόψη την καταλυτική παρέμβαση του ξένου παράγοντα. Τον Ιούνιο του 2015, ο Μάριο Ντράγκι της ΕΚΤ προκάλεσε πλήρη ασφυξία στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα, σταματώντας την παροχή ρευστότητας. Αναγκαστικά η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ επέβαλε κεφαλαιακούς και τραπεζικούς ελέγχους. Ο εκβιασμός των δανειστών ήταν κυνικός και ολοφάνερος: αποδεχθείτε ένα νέο μνημόνιο ή διαλέξτε την έξοδο από την ΟΝΕ, με ό,τι αυτό συνεπάγεται.

Το δημοψήφισμα ήταν η πολιτική απάντηση της ηγετικής ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ, ο τρόπος για να βγει από το αδιέξοδο. Πολύ προσεκτικά, ωστόσο, ο Αλέξης Τσίπρας δεν έθεσε θέμα ευρώ ή χρέους, αλλά παρουσίασε το δημοψήφισμα ως μέσο για να ενισχυθεί η διαπραγματευτική θέση της κυβέρνησης. Δεν έπεισε βέβαια κανέναν. Είχαν φροντίσει οι δανειστές και εταίροι μας με τον πιο επίσημο τρόπο να ξεκαθαρίσουν το πραγματικό επίδικο στον ελληνικό λαό. Φρόντισε, επίσης, και η πλευρά του «Ναι» να τον πληροφορήσει, με καταιγισμό καταστροφολογίας στα ΜΜΕ. Ο ελληνικός λαός ψήφισε «Οχι», γνωρίζοντας ότι παίρνει έναν δρόμο που θα οδηγούσε στη ρήξη με τους δανειστές και στην έξοδο από την ΟΝΕ. Το «Ναι» τελικά νίκησε γιατί ο Αλέξης Τσίπρας δεν είχε ούτε τη δύναμη ούτε τη θέληση να σηκώσει το ιστορικό βάρος τού «Οχι».

Οι μεγάλες στιγμές θέλουν και μεγάλους ανθρώπους. Τα λαϊκό στοιχείο της χώρας μας, με τις χίλιες αδυναμίες του, έδειξε για ακόμη μία φορά ότι ήθελε μιαν άλλη πορεία για τον τόπο του και ήταν έτοιμο γι’ αυτή. Κοίταξε στην Αριστερά, αλλά η ηγετική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ φάνηκε πολύ λίγη, διαλέγοντας μια συμφωνία του Φάουστ με τους δανειστές. Ετσι θα μείνει στην Ιστορία.

Η μνημονιακή περίοδος τυπικά κλείνει τον Αύγουστο του 2018 και η χώρα έχει μπει για τα καλά στον οικονομικό και κοινωνικό δρόμο που της χάραξαν οι δανειστές. Πολιτικά, όμως, η περίοδος των μνημονίων είχε ήδη κλείσει με το δημοψήφισμα. Η ήττα της πλευράς του «Οχι» ήταν βαθιά ήττα της δημοκρατίας και έτσι την προσέλαβαν τα λαϊκά στρώματα. Ο,τι και να ψηφίσεις, το τελικό αποτέλεσμα είναι το ίδιο. Αρα, γιατί να ασχολείται κανείς; Η πνιγηρή πολιτική ατμόσφαιρα που πλέον επικάθεται στη χώρα ταιριάζει απόλυτα με τη μνημονιακή πορεία της οικονομίας και της κοινωνίας. Αυτή είναι η κληρονομιά της νίκης του «Ναι».

* Ο κ. Κώστας Λαπαβίτσας είναι καθηγητής Οικονομικών στο School of Oriental and African Studies του Πανεπιστημίου του Λονδίνου και πρώην βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ