ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Πρώην υφ. Οικονομικών ΗΠΑ: «Δεν περιμέναμε τη στροφή του Τσίπρα»

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ

«Αφιερώσαμε πολύ χρόνο στο τηλέφωνο, ο υπουργός Τζακ Λιου κι εγώ, μιλώντας με Ελληνες, Γερμανούς, Γάλλους...», λέει ο Νέιθαν Σιτς.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Την εκτίμηση ότι η Ελλάδα βρέθηκε σε απόσταση αναπνοής από το Grexit το καλοκαίρι του 2015 εκφράζει, μιλώντας στην «Κ», ένας εκ των αφανών πρωταγωνιστών εκείνων των ημερών, ο Νέιθαν Σιτς. Ως υφυπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, με αρμοδιότητα τις διεθνείς υποθέσεις, ο κ. Σιτς έζησε από κοντά το δράμα του 2015, έχοντας τακτικές συνομιλίες με πολλούς από τους πρωταγωνιστές του, στην Ελλάδα και στην Ευρώπη.

«Υπήρχε μια έλλειψη ευελιξίας και στις δύο πλευρές», δηλώνει στην «Κ». «Αν είχαν επιμείνει στη στάση αυτή, θα μπορούσαμε πολύ εύκολα να είχαμε οδηγηθεί στην έξοδο της Ελλάδας. Hταν πραγματικά μία εξέλιξη που κρίθηκε οριακά. Την έσχατη στιγμή, η Aγκελα Μέρκελ αποφάσισε ότι δεν ήθελε να είναι η Γερμανίδα καγκελάριος επί των ημερών της οποίας θα διαλυόταν η Ευρωζώνη. Και παράλληλα, ο Αλέξης Τσίπρας, έχοντας κοιτάξει την άβυσσο, αποφάσισε ότι δεν ήθελε να είναι ο Eλληνας πρωθυπουργός που έβαζε τη χώρα του σε μία τόσο οδυνηρή διαδικασία. Ακόμα και έτσι, όμως, με αυτά τα κίνητρα, μόλις μετά βίας μπόρεσαν να οικοδομήσουν μια πολύ στενή γέφυρα μεταξύ τους και να καταλήξουν σε μια συμφωνία».

Ο πρώην αξιωματούχος του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών –και νυν επικεφαλής οικονομολόγος της PGIM Fixed Income– μνημονεύει τα τηλεφωνήματα του προέδρου Ομπάμα τις ημέρες εκείνες στην καγκελάριο, τις επαφές του υπουργού Οικονομικών Τζακ Λιου με τον κ. Τσίπρα αλλά και τις δικές του επαφές με τον Ευκλείδη Τσακαλώτο και τον Γιάννη Στουρνάρα. «Κάποια από αυτά τα τηλεφωνήματα [των κορυφαίων αξιωματούχων] τα δημοσιοποιήσαμε, άλλα όχι», σημειώνει.

Ο κ. Σιτς θυμάται την αρνητική αντίδραση των Γάλλων στην πρόταση Σόιμπλε για προσωρινή έξοδο της Ελλάδας από το ευρώ. «Hταν κάτι που συζήτησε ο Τζακ Λιου με τον υπουργό Οικονομικών Μισέλ Σαπέν – η δική μας θέση ήταν ότι η προσωρινή έξοδος θα προκαλούσε μεγάλη αναταραχή βραχυπρόθεσμα και κανείς δεν μπορούσε να είναι σίγουρος πού θα οδηγούσε μακροπρόθεσμα».

Πώς αντέδρασε στην προκήρυξη του δημοψηφίσματος; «Με εξέπληξε κάπως», απαντά. «Είναι απολύτως θεμιτό ο λαός να έχει λόγο στη διαμόρφωση της οικονομικής πολιτικής. Ωστόσο, αυτό συνήθως γίνεται με την εκλογή κάποιων ηγετών, που έχουν την εξουσιοδότηση να κάνουν αυτές τις επιλογές στο όνομα του λαού». Στη συγκεκριμένη περίπτωση, μάλιστα, «ζητήθηκε από τους ψηφοφόρους να κάνουν μια περίπλοκη επιλογή, η οποία απαιτούσε να κοιτάξουν μακριά στο μέλλον, όταν οι επώδυνες μεταρρυθμίσεις και τα μέτρα θα έφερναν θετικό αποτέλεσμα».

«Αυτό που με εξέπληξε ακόμα περισσότερο και με απογοήτευσε», συνεχίζει, «ήταν η απόφαση του πρωθυπουργού να ταχθεί κατά των προτάσεων που βρίσκονταν στο τραπέζι». «Η εικασία που κάναμε ήταν ότι αν γινόταν δημοψήφισμα, θα τασσόταν υπέρ της όποιας πρότασης. Το ότι πήρε την αντίθετη θέση, έκανε μία ήδη δύσκολη κατάσταση, πιο δύσκολη».

Η πιο «εξωπραγματική» εξέλιξη, θυμάται ο Σιτς, ήταν η νέα στροφή του Αλέξη Τσίπρα μετά τη νίκη του στο δημοψήφισμα. «Από πολιτικής απόψεως κατάφερε να αυξήσει την επιρροή του επί των ψηφοφόρων του», παρατηρεί. «Τους έπεισε πως έκανε ό,τι μπορούσε γι’ αυτούς, και ότι τα μέτρα που αποδέχθηκε [με τη συμφωνία της 12ης Ιουλίου] ήταν μονόδρομος, δεν είχε άλλη επιλογή». Ηταν μία υπόθεση με «πολλές ανατροπές, τις οποίες εμείς στη Ουάσιγκτον δεν είχαμε προβλέψει και δεν καταλαβαίναμε. Και δεν ξέρω αν και ο ίδιος ο πρωθυπουργός ήξερε εκ των προτέρων τι βήματα θα ακολουθούσε. Αλλά τελικά κατάφερε να προωθήσει τις μεταρρυθμίσεις, αλλά και να διατηρήσει την υποστήριξη της κοινής γνώμης».

Ο κ. Σιτς χαρακτηρίζει «σημείο-κλειδί» τα τέλη του 2014 και την αποτυχία της κυβέρνησης Σαμαρά να κλείσει την πέμπτη αξιολόγηση και να εκλέξει Πρόεδρο της Δημοκρατίας. «Ισως κάποια πράγματα να μπορούσαν να είχαν γίνει διαφορετικά τότε» από την πλευρά των πιστωτών. Για το ταραχώδες πρώτο μισό το 2015, σημειώνει: «Προσπαθούσαμε να είμαστε στο περιθώριο των διαπραγματεύσεων, όχι στο επίκεντρο, γιατί ήταν ένα ευρωπαϊκό ζήτημα και δεν θα θέλαμε να δοθεί η εντύπωση ότι προσπαθούμε να πούμε στους βασικούς παίκτες τι να κάνουν». (Αυτό εξηγεί και τη σιωπή των εμπλεκόμενων Αμερικανών αξιωματούχων σχετικά με τον ρόλο της Ουάσιγκτον στη διαχείριση της κρίσης). «Περιοριστήκαμε στο να ενθαρρύνουμε την ελληνική κυβέρνηση να εφαρμόσει το πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων και τους Γερμανούς να παράσχουν ελάφρυνση χρέους. Αλλά αφιερώσαμε πάρα πολύ χρόνο στο τηλέφωνο, ο υπουργός Τζακ Λιου κι εγώ, μιλώντας με Ελληνες, Γερμανούς, Γάλλους, την Ευρωπαϊκή Επιτροπή...». Σχετικά με την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, αναφέρει ότι «αναγνωρίζαμε πως έπρεπε να περάσουν μια διαδικασία εκμάθησης» και περιγράφει τον Γ. Βαρουφάκη ως «κάπως διχαστική φυσιογνωμία», η αντικατάσταση του οποίου από τον Ευκλείδη Τσακαλώτο «διευκόλυνε τις σχέσεις της Ελλάδας τόσο με την Ευρώπη όσο και με τις Ηνωμένες Πολιτείες».

Ισχυρίζεται ότι δεν είχε γνώση του σχεδίου Β του κ. Βαρουφάκη, αλλά σημειώνει ότι ήταν το περιεχόμενο αυτού του σχεδίου, σε συνδυασμό με τις άγριες πιέσεις στο τραπεζικό σύστημα, «που έπεισαν τον πρωθυπουργό ότι δεν θα μπορούσε να επιλέξει την έξοδο».

Οι προοπτικές σήμερα

Πώς βλέπει σήμερα τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας, μετά και τη συμφωνία για το χρέος της 21ης Ιουνίου; «Η ελληνική οικονομία τα πηγαίνει πολύ καλύτερα. Το ερώτημα είναι αν μπορεί να παράγει διατηρήσιμη, ουσιώδη μεγέθυνση του ΑΕΠ. Είμαι πολύ πιο αισιόδοξος σχετικά με αυτό σήμερα. Οι μεταρρυθμίσεις θα συμβάλουν στην ανάπτυξη και οι επενδυτές βλέπουν την Ελλάδα ως ευκαιρία – ειδικά σε μια εποχή που δεν βρίσκουν εύκολα αποδόσεις. Αν η αύξηση του ΑΕΠ επιταχυνθεί, η επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων και η διαχείριση του χρέους θα γίνουν πολύ πιο εύκολες. Αντιστρόφως, βέβαια, αν δεν βελτιωθούν οι αναπτυξιακές επιδόσεις, η χώρα θα αντιμετωπίσει μία δύσβατη ανηφόρα και οι δημοσιονομικοί στόχοι θα είναι πολύ δύσκολο να επιτευχθούν».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ