Νίκος Κωνσταντάρας ΝΙΚΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΡΑΣ

Αιγύπτιοι θεοί, Ελληνες Εβραίοι

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Ο​​ι άγνωστοι που εισέβαλαν στον αρχαιολογικό χώρο του ιερού των Αιγυπτίων θεών στην Μπρεξίζα του Μαραθώνα, αποκεφαλίζοντας και ακρωτηριάζοντας είδωλα της Ισιδος και του Οσίριδος, παραμένουν άγνωστοι. Οπως και οι άγνωστοι που πριν από λίγες ημέρες βεβήλωσαν –για πολλοστή φορά– το μνημείο του Ολοκαυτώματος στη Θεσσαλονίκη. Οσο αναγκαίο είναι οι δράστες να συλληφθούν και να τιμωρηθούν, τόσο σημαντικό είναι να αναγνωρίσουμε ότι το ποτάμι του μίσους, το οποίο εμπνέει τέτοιες πράξεις, είναι βαθύτερο και ευρύτερο απ’ ό,τι παραδεχόμαστε. Ρέει ανάμεσα μας.

Μεταξύ των πολλαπλών διχασμών που διακρίνουν τους Ελληνες είναι και αυτός ανάμεσα στην αποδοχή του νέου και στην εμμονή στο παλιό. Συχνά αυτός ο «διάλογος» οδηγεί στη σύνθεση, όπως όταν ένας ερευνητής εισάγει κάτι νέο στην κοινωνία και ωφελούνται όλοι, ανάμεσά τους και όσοι τον εμπόδιζαν στο έργο του, όπως όταν ένας πλούσιος της Διασποράς ανακαινίζει εκκλησία στο χωριό των προγόνων του. Η ανάγκη, όμως, να εντοπίσουμε το «ξένο» και να του προσάψουμε όλα τα κακά της μοίρας μας, ώστε να φαινόμαστε εμείς οι καλοί, οι αθώοι, οι αδικημένοι, παραμονεύει συνεχώς. Δεν περιμένει κάποια κρίση για να φουντώσει. Περιμένει απλώς ευκαιρία. Ασφαλώς, η οργή και η ανασφάλεια που απορρέουν από την οικονομική κρίση ενθαρρύνουν ακραίες συμπεριφορές, αλλά οι επιθέσεις σε στόχους που συνδέονται με τους Ελληνες Εβραίους είναι διαχρονικές. Κοινός παρονομαστής τού πριν και του σήμερα είναι η σιγουριά ότι τέτοιες πράξεις δεν τιμωρούνται. Η αυτοπεποίθηση των δραστών κλονίζεται μόνον όταν η λειτουργία των θεσμών (αστυνομία και Δικαιοσύνη) συνδυάζεται με ευρύτερη αποδοκιμασία για την πράξη – όπως απέδειξε η συμπεριφορά των κατηγορουμένων για την επίθεση στον δήμαρχο Γιάννη Μπουτάρη.

Η βεβήλωση μνημείων, τάφων και συμβόλων των Ελλήνων Εβραίων δεν έχουν τύχει παρόμοιας κινητοποίησης και δημόσιας συζήτησης. Είναι σαν η κοινωνία –σε μεγάλο βαθμό– να θεωρεί αναμενόμενο, φυσιολογικό ίσως, να γίνεται στόχος η μνήμη δεκάδων χιλιάδων που εκδιώχθηκαν από τα σπίτια τους και εστάλησαν στον θάνατο λόγω της θρησκείας τους. Αυτό, σε έναν βαθμό, αντανακλά και την περίπλοκη ιστορία μεταξύ ορθόδοξων χριστιανών και Εβραίων μέσα στους αιώνες της οθωμανικής κυριαρχίας. Περισσότερο, όμως, δείχνει την εγκληματική και επίμονη προσπάθεια να απαλειφθεί η μνήμη, να ξεχαστεί η ύπαρξη των δολοφονημένων. Η ένοχη σιωπή, η οποία από μόνη της απομονώνει και εκθέτει τον «στόχο», ενθαρρύνει τις επιθέσεις: στο μυαλό του επιρρεπούς σε πράξεις μίσους, και ο στόχος είναι βολικός και η τιμωρία –εάν υπάρξει– θα είναι τιμή.

Οι Ελληνες Εβραίοι ήταν και είναι Ελληνες. Προφανώς, η διαφορά θρησκείας είχε ευρύτερες κοινωνικές και πολιτικές επιπτώσεις, επειδή κράτησε τους Εβραίους ως ξεχωριστή οντότητα μέσα στη δική μας και άλλες κοινωνίες, καθιστώντας τους ως κάτι «άλλο», κάτι ξένο. Και όταν έχουμε το «άλλο» ανάμεσα μας, εύκολο είναι να «αναβαθμίζουμε» εαυτούς με το να επιτιθέμεθα σε αυτό. Από τις λίγες εξαιρέσεις στον κανόνα της σιωπής και του βολέματος είναι ο κ. Μπουτάρης, ο οποίος επιχειρεί να εντάξει όλες τις πτυχές της πλούσιας μνήμης της Θεσσαλονίκης στην καθημερινότητα της πόλης. Η αποδοχή ή η απόρριψη της προσπάθειας αυτής είναι μέτρο της ωριμότητας της κοινωνίας και ένδειξη για το μέλλον.

Και οι Αιγύπτιοι θεοί στον Μαραθώνα (ή μάλλον τα αντίγραφα των αγαλμάτων που φυλάσσονται στο Μουσείο της Νέας Μάκρης) έπεσαν θύμα ενός διαχρονικού μίσους. Η Πέλλη Φωτιάδη, υπεύθυνη του αρχαιολογικού χώρου της Εφορείας Ανατολικής Αττικής, εξήγησε στη δημοσιογράφο της «Κ» Γιώτα Συκκά ότι οι φθορές στα κεφάλια, στα χέρια και στα σύμβολα πάνω στα είδωλα δήλωναν «θρησκευτικό μένος». Παρέπεμπαν, είπε, σε «θρησκευτικό βανδαλισμό, αλλά άγνωστης προέλευσης». Τα αγάλματα ενόχλησαν είτε επειδή δεν παρίσταναν θεούς των Ελλήνων είτε επειδή προϋπήρχαν της Χριστιανικής εποχής. Σε κάθε περίπτωση, για τους δράστες συμβόλιζαν το «ξένο». Κι όμως, σε όλη τους την ιστορία οι Ελληνες αγκάλιαζαν και αφομοίωναν το νέο, το έκαναν δικό τους, όπως και «εξήγαν» τους δικούς τους θεούς, τη σκέψη και την τέχνη τους. Κάποτε, η Ισις και ο Οσιρις ήταν σημαντικότατοι θεοί για τους Ελληνες, με την υπόσχεση μιας θρησκείας που προσέφερε προσωπική λύτρωση και μεταθανάτια ζωή. Τον 2ο αιώνα μ.Χ., ο Απουλήιος, στις «Μεταμορφώσεις», παρουσιάζει τη θεά να σώζει τον πρωταγωνιστή Λούκιο, μεταμορφώνοντας τον σε άνθρωπο πάλι από γάιδαρο. Και συστήνει τον εαυτό της: «Η οικουμένη με λατρεύει με χίλιες μορφές, χίλια ονόματα και με διάφορες τελετές και προσευχές. Οι Φρύγες με ονομάζουν Κυβέλη· οι Κυπριώτες Παφία Αφροδίτη, οι ντόπιοι Αθηναίοι Κεκρόπεια Αθηνά· οι Κρήτες Αρτεμη Δικτύνη· οι Σικελοί, που μιλούν τρεις γλώσσες, Περσεφόνη Στυγία· οι κάτοικοι της Ελευσίνας, αρχαία Δήμητρα, άλλοι Ηρα Μπελλόνα, Εκάτη, μερικοί Ραμνούσια Νέμεση. Μα οι Αιθίοπες, που ο ήλιος τούς φωτίζει στην ανατολή του, οι Αριανοί και οι Αιγύπτιοι, που στις επιστήμες προηγήθηκαν από όλους τους λαούς, μου αποδίδουν τη λατρεία που μου πρέπει με το αληθινό όνομα, της θεάς Ισιδος» (μετάφραση Αριστείδη Αϊβαλιώτη, εκδόσεις Νεφέλη, 1982).

Οσοι καταστρέφουν, όσοι εκδηλώνουν μίσος για κάτι που δεν τους απειλεί, δεν αγαπούν τίποτα και κανέναν. Απλώς αναζητούν ευκαιρία να ξεράσουν μέρος του μίσους που τους πνίγει. Και αν η κοινωνία τούς ανέχεται, ας τους γνωρίζει τουλάχιστον.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ