ΚΟΣΜΟΣ

Συνεχίζεται η «καταιγίδα» αιτήσεων ασύλου

ΤΑΝΙΑ ΓΕΩΡΓΙΟΠΟΥΛΟΥ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Αλληλεγγύη; Καταμερισμός του βάρους υποδοχής προσφύγων ανάμεσα στα κράτη-μέλη με βάση συγκεκριμένες ποσοστώσεις; Ενιαίο ευρωπαϊκό σύστημα ασύλου; Αυξάνεται διαρκώς ο αριθμός των κρατών-μελών που, παρά τις διακηρύξεις, δεν μπαίνουν καν στον κόπο να υποδυθούν ότι συμμερίζονται αυτές τις ιδέες, διεκδικώντας να κρατήσουν τους πρόσφυγες και μετανάστες μακριά από τη χώρα τους με κάθε τρόπο.

Οι νουθεσίες αλλά και η απειλή κυρώσεων από την πλευρά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής δεν μεταβάλλουν διόλου τη στάση όσων ζητούν να κλείσουν ερμητικά τα σύνορα της Ε.Ε. για όλους. Σε αυτό το πολύ δύσκολο τοπίο, η ελληνική κυβέρνηση θα κληθεί να αποφασίσει στους επόμενους μήνες, όταν η κατάσταση στις υπάρχουσες δομές φιλοξενίας φτάσει στο απροχώρητο καθώς οι καθημερινές ροές συνεχίζονται, τι μέτρα θα λάβει προκειμένου να διαχειριστεί τους χιλιάδες αιτούντες άσυλο που φθάνουν στην Ελλάδα. Η εποχή που η καγκελάριος Αγκελα Μέρκελ φωτογραφιζόταν με πρόσφυγες έχει περάσει ανεπιστρεπτί, αλλά στελέχη της ελληνικής κυβέρνησης δεν δείχνουν να το αντιλαμβάνονται. Αναφερόμενος στους χιλιάδες εγκλωβισμένους μετανάστες στην Ελλάδα, ο υφυπουργός Μεταναστευτικής Πολιτικής Γιάννης Μπαλάφας τόνισε δηκτικά ότι «οι εισροές στην Ελλάδα είναι μεγαλύτερες από τις εκροές και σε αυτό ευθύνονται οι ευρωπαϊκές πολιτικές που εφαρμόζονται».

Το πρόβλημα

Την ίδια στιγμή που η Ευρώπη αναζητούσε τρόπο να συνεννοηθεί για το μεταναστευτικό - προσφυγικό με κίνδυνο να διαλυθεί, οι αιτούντες άσυλο στην Ευρωπαϊκή Ενωση το 2017 είχαν μειωθεί δραστικά πέφτοντας στα επίπεδα του 2014. Με λίγα λόγια, το πρόβλημα παραμένει στα επίπεδα που βρισκόταν πριν από τη μεγάλη κρίση του 2015 και η πλειονότητα των κρατών-μελών έχει να διαχειριστεί «λογικούς» αριθμούς αιτούντων άσυλο και μάλιστα με υπηρεσίες καλύτερα οργανωμένες και εξοπλισμένες. Ομως αυτά τα δεδομένα δεν ισχύουν για την Ελλάδα, που σύμφωνα με τα ευρωπαϊκά στοιχεία συνεχίζει να σηκώνει το μεγάλο βάρος του προσφυγικού - μεταναστευτικού προβλήματος.

Το 2014 συνολικά 563.345 άτομα κατέθεσαν αίτημα ασύλου στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Ο αριθμός των αιτούντων άσυλο διπλασιάστηκε τις δύο επόμενες χρονιές ως αποτέλεσμα της προσφυγικής κρίσης: το 2015, 1.257.610 άτομα κατέθεσαν αίτημα ασύλου για πρώτη φορά σε κράτος-μέλος της Ε.Ε. και το 2016, 1.206.120 άτομα ζήτησαν διεθνή προστασία σε χώρες της Ε.Ε. Ομως το 2017, σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία, ο αριθμός των αιτούντων άσυλο στην Ε.Ε. μειώθηκε στα 649.855 άτομα, γεγονός που αποδίδεται σε μεγάλο βαθμό στη μείωση των εισροών από την Τουρκία λόγω της εφαρμογής της κοινής δήλωσης Ε.Ε. - Τουρκίας από τον Μάρτιο του 2016 και μετά.

Ακόμα και έτσι όμως, η Ελλάδα το 2017 δέχτηκε συνολικά (σύμφωνα πάντα με τα ευρωπαϊκά στοιχεία) 57.000 αιτήματα ασύλου, 14% περισσότερα από ό,τι την προηγούμενη χρονιά και ενώ την ίδια στιγμή συνολικά στην Ε.Ε. τα αιτήματα ασύλου μειώθηκαν σε ποσοστό 46%. Το ποσοστό των αιτούντων είναι εξαιρετικά υψηλό σε αναλογία με τον πληθυσμό της χώρας. Ετσι, η Ελλάδα κατέχει μακράν την πρώτη θέση στην Ευρώπη σε αναλογία αιτούντων άσυλο με τον πληθυσμό της χώρας, 5.295 άτομα ανά εκατομμύριο πληθυσμού.

Στη Γερμανία, τη χώρα που θα επέλεγε το μεγάλο ποσοστό των αιτούντων άσυλο εφόσον είχαν αυτή τη δυνατότητα, το ποσοστό των αιτημάτων το 2017 μειώθηκε κατά 73%, ενώ ο αριθμός των αιτούντων άσυλο στη χώρα σε σχέση με τον πληθυσμό είναι 2.402 άτομα ανά εκατομμύριο.

Η Ιταλία ενδεικτικά το 2017 δέχθηκε 126.550 αιτήσεις ασύλου (βρίσκεται στην πρώτη γραμμή των χωρών υποδοχής), αριθμός ελαφρά αυξημένος σε σχέση με το 2016 που ήταν 121.185 άτομα. Ωστόσο ως αναλογία στο σύνολο του πληθυσμού, η Ιταλία υποδέχθηκε 2.089 αιτήσεις ασύλου ανά εκατομμύριο κατοίκων. Πολύ μικρός είναι ο αριθμός των αιτήσεων ασύλου που κατατέθηκαν το 2017 στις περισσότερες από τις χώρες που αντιδρούν: στην Τσεχία 1.140 αιτήσεις, στην Πολωνία 3.005, στην Ουγγαρία 3.115, στη Σλοβακία μόλις 150 αιτήσεις. Μόνο στην Αυστρία οι αιτήσεις ασύλου που κατατέθηκαν ήταν αρκετές χιλιάδες. Συγκεκριμένα, το 2017 κατατέθηκαν 22.160 αιτήσεις, μειωμένες ωστόσο σε σχέση με το 2016 που είχαν κατατεθεί 39.875.

Ασφυξία στα νησιά

Η κατάσταση που διαμορφώνεται για την Ελλάδα σε αυτές τις συνθήκες είναι εξαιρετικά δύσκολη. Από την αρχή του 2018 έως και τις 28 Ιουνίου, σύμφωνα με στοιχεία της Υπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους πρόσφυγες, στην Ισπανία έφτασαν 17.781 μετανάστες και πρόσφυγες, στην Ιταλία 16.452 και στα ελληνικά νησιά 13.120. Στη Λέσβο παραμένουν σχεδόν 7.000 άτομα, στη Χίο 1.528, στη Σάμο 2.858, στη Λέρο 455 και στην Κω 921. Κατά μέσον όρο φτάνουν 129 άτομα την ημέρα από την Τουρκία και έτσι, παρά το γεγονός ότι μεταφέρεται συνέχεια κόσμος στην ενδοχώρα, τα ελληνικά νησιά παραμένουν ασφυκτικά «γεμάτα».

Παράλληλα, οι συνθήκες διαβίωσης στα hotspots διαρκώς επιδεινώνονται. Ελάχιστα άτομα έχουν επιστραφεί στην Τουρκία και παρά την αλλαγή της νομοθεσίας για το άσυλο πριν από ένα μήνα, δεν έχει σημειωθεί κάποια μεταβολή στη διαδικασία επιστροφών. «Το κρίσιμο είναι να προχωρήσουν οι διαδικασίες ασύλου, οπότε είτε να το πάρουν είτε να χαρακτηριστούν ευάλωτοι ή να επιστραφούν», τόνισε σε δηλώσεις του ο υπουργός Μεταναστευτικής Πολιτικής Δημήτρης Βίτσας, εκφράζοντας όμως για ακόμα μια φορά μόνο προθέσεις.

Ο κ. Βίτσας έχει δεσμευθεί στους νησιώτες ότι έως τον Σεπτέμβριο στα Κέντρα Υποδοχής και Ταυτοποίησης στα νησιά (ΚΥΤ ή hotspot) και ειδικά στη Μόρια, ο αριθμός όσων παραμένουν δεν θα ξεπερνά τη χωρητικότητα των υποδομών. «Εφόσον δεν δημιουργηθούν κλειστά κέντρα φιλοξενίας στην ενδοχώρα, όπου θα παραμένουν οι αιτούντες άσυλο έως ότου εξεταστούν τα αιτήματα ασύλου που έχουν υποβάλει, δεν βλέπω πώς μπορεί να καταφέρει τη μείωση του αριθμού των ατόμων που παραμένουν εγκλωβισμένοι στα νησιά», τονίζει στέλεχος του υπουργείου Προστασίας του Πολίτη στην «Κ».

Οι επιστροφές

Στο πλαίσιο του Κανονισμού Δουβλίνο ΙΙΙ ως ισχύει και όπως εφαρμόζεται μέχρι τώρα, τα κράτη-μέλη μπορούν να επιστρέφουν στην πρώτη χώρα υποδοχής όπου έχει κατατεθεί το αίτημα ασύλου (στην Ελλάδα ή την Ιταλία εν προκειμένω) όσους συλλαμβάνονται σε άλλα κράτη-μέλη. Οι αιτούντες άσυλο έχουν δικαίωμα να ταξιδέψουν σε άλλα κράτη-μέλη (εκτός από όσους παραμένουν υποχρεωτικά στα νησιά), ακόμα και αν δεν υπάρχει τελική απόφαση για το αίτημά τους, αλλά υποχρεώνονται να επιστρέψουν εντός τριών μηνών στη χώρα που έχουν αιτηθεί άσυλο.Πρόκειται για τις λεγόμενες δευτερογενείς ροές, άτομα που κράτη-μέλη και κυρίως η Γερμανία ζητούν να επιστρέψουν στην Ελλάδα. Με τα έως τώρα στοιχεία η Γερμανία έχει ζητήσει το 2017 από την Ελλάδα να δεχθεί πίσω 2.000 άτομα και έγιναν δεκτά 80 και το 2018, 1.448 άτομα και έγιναν δεκτά 36. Η Ουγγαρία είχε ζητήσει το 2016 την επιστροφή 5.698 ατόμων στην Ελλάδα και έγιναν δεκτά τα 2.198. Την επιστροφή 84 ατόμων το 2017 και 44 ατόμων το 2108 είχε ζητήσει από την Ελλάδα και η Ελβετία. Αντίστοιχα, ωστόσο, με βάση τον ίδιο κανονισμό εκκρεμεί η μεταφορά 4.500 ατόμων σε άλλα κράτη-μέλη στο πλαίσιο της διαδικασίας οικογενειακών επανενώσεων.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ