ΧΑΡΙΔΗΜΟΣ Κ. ΤΣΟΥΚΑΣ*

Το τέλος των ψευδαισθήσεων

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Στις Πρέσπες υπεγράφη μια ρεαλιστική συμφωνία, με την οποία η κάθε πλευρά ικανοποιεί τα κεντρικότερα αιτήματά της και συμβιβάζεται στα υπόλοιπα.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: IΔEEΣ

Τ​​ηρουμένων των αναλογιών, το φαινόμενο είναι παρόμοιο τόσο σε ατομικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο: η κατάκτηση της αυτογνωσίας είναι, συνήθως, μια επώδυνη διαδικασία. Αναθεωρούμε τις καθοδηγητικές πεποιθήσεις μας ύστερα από τραντάγματα, επώδυνα βιώματα και κρίσεις που μας ωθούν να δούμε τα πράγματα διαφορετικά.

Ενα τέτοιο ισχυρό τράνταγμα ήταν η (σχεδόν) οικονομική χρεοκοπία το 2009 και τα δεινά που επέφερε. Τι αναθεωρήσαμε; Την αυτάρεσκη πεποίθηση ότι μπορούμε να αγνοούμε τους περιορισμούς της οικονομικής πραγματικότητας – να δίνουμε συντάξεις στα 45, να διογκώνουμε πελατειακά το κράτος, να δανειζόμαστε αλόγιστα. Επειτα από εννιά χρόνια σκληρής λιτότητας το καταλάβαμε: η δημοσιονομική πειθαρχία είναι άκρως σημαντική.

Το δυστύχημα είναι ότι δεν μπορέσαμε να την επιβάλουμε μόνοι μας στον εαυτό μας. Στο μέτρο που υποφέρουμε από «θεσμική σκλήρυνση» (ανικανότητα για ενδογενή μεταρρύθμιση) και «ακρασία» (ξέρουμε τι είναι το σωστό αλλά δεν έχουμε τη δύναμη να το κάνουμε), η πειθαρχία μας επιβλήθηκε από τους ξένους. Μάθαμε οδυνηρά την αρετή της οικονομικής σύνεσης.

Η κρίση άλλαξε εν μέρει τα δύο ιστορικά, πελατειακά κόμματα εξουσίας (Ν.Δ. και ΠΑΣΟΚ): αναγκασμένα να εφαρμόσουν μνημονιακές πολιτικές, χρειάστηκε να αναθεωρήσουν τον πολιτικό τους λόγο προκειμένου να διατηρήσουν στοιχειώδη γνωστική συνοχή. Η τροχιά που διάνυσαν είναι αξιοπρόσεκτη: (α) λαϊκιστική αντίθεση στη λιτότητα και τις μεταρρυθμίσεις ως αντιπολίτευση· (β) εφαρμογή της λιτότητας και των μεταρρυθμίσεων από θέση κυβερνητικής ευθύνης· (γ) διακηρυκτικά υπεύθυνος οικονομικός λόγος. Η μετακίνηση από το (α) στο (β) πήρε τη μορφή ριζικής στροφής («κωλοτούμπα», είναι ο διεθνώς αποδεκτός όρος), ενώ το (γ) ήταν η εκλογίκευση της στροφής, οδηγώντας σε μια νέα, αν και εύθραυστη, αυτοκατανόηση.

Κομματικό συμφέρον

Η περίπτωση της Ν.Δ. επί Σαμαρά είναι ενδεικτική: λαϊκιστικά συμπεριφερόμενη, καταψήφισε καιροσκοπικά το πρώτο μνημόνιο για να μη στερήσει τη χώρα από «θεσμική αντιπολίτευση»! Το κομματικό συμφέρον κατίσχυσε του εθνικού. Αργότερα, ως κυβέρνηση, προσχώρησε στην «υπευθυνότητα», την εκλογίκευσε, και επεδίωξε να την κεφαλαιοποιήσει. Το ίδιο συνέβη και με τον Τσίπρα το 2015.

Ενα παρόμοιο μοτίβο αναδύεται και στο Μακεδονικό. Οι ρόλοι είναι διαφορετικοί αλλά η δομή του φαινομένου παρόμοια. Οι περιορισμοί εδώ δεν είναι οικονομικοί, αλλά γεωπολιτικοί. Η αυτάρεσκη αδράνεια δεν προέρχεται από πελατειακά συμφέροντα αλλά από εθνικούς μύθους.

Η στρατηγική απειλή για τη χώρα είναι η Τουρκία. Η Ελλάδα δεν επιτρέπεται να δαπανά διπλωματικό-πολιτικό κεφάλαιο για τις διαφορές της με άλλες γειτονικές χώρες, ιδιαίτερα όταν βρίσκεται σε θέση ισχύος. Ωστόσο, εδώ και χρόνια, μια παγιωμένη πλην απαρχαιωμένη εθνική αυτο-εικόνα για τη Μακεδονία δημιουργεί «πολιτισμική σκλήρυνση», καθιστώντας πολιτικά δαπανηρή την αλλαγή εξωτερικής πολιτικής. Η «ακρασία» υπερισχύει: οι σοβαροί πολιτικοί ξέρουν τι πρέπει να κάνουν στο Μακεδονικό αλλά το αναβάλλουν.

Οπως και στην οικονομία, οι ξένοι μάς ανάγκασαν να αλλάξουμε πορεία. Οι σύμμαχοι και εταίροι μάς πίεσαν έντονα, για δικούς τους γεωπολιτικούς λόγους, να διευθετήσουμε τη διαφορά με την ΠΓΔΜ. Ανοιξε ένα παράθυρο ευκαιρίας, εφόσον στα Σκόπια και στην Αθήνα έτυχε να υπάρχουν κυβερνήσεις χωρίς σοβαρά εθνικιστικά βαρίδια.

Οι πρωθυπουργοί των δύο χωρών υπέγραψαν μια ρεαλιστική συμφωνία, με την οποία η κάθε πλευρά ικανοποιεί τα κεντρικότερα αιτήματά της (εμείς το όνομα για όλες τις χρήσεις και την επίσημη απάλειψη του αλυτρωτισμού, η άλλη πλευρά το δικαίωμα να αυτοπροσδιορίζεται πολιτισμικά) και συμβιβάζεται στα υπόλοιπα. Ωστόσο, η αποδοχή της συμφωνίας από το πολιτικό σύστημα της κάθε χώρας είναι ένα πιο σύνθετο θέμα.

Στην Ελλάδα η συμφωνία προσεγγίζεται υπό το διχαστικό-καιροσκοπικό πρίσμα που δομικά χαρακτηρίζει την πολιτική μας ζωή. Ο Τσίπρας θέλησε να επωφεληθεί από πιθανό ρήγμα στη Ν.Δ. και στο ΚΙΝΑΛ. Ο Μητσοτάκης απορρίπτει μια συμφωνία με την οποία στα βασικά συμφωνεί.

Οπως ο Σαμαράς αντιτάχθηκε καιροσκοπικά στο μνημόνιο για να καρπωθεί το πολιτικό κόστος του αντιπάλου του, ο Μητσοτάκης αντιτίθεται στη συμφωνία γιατί φοβάται κομματικό ρήγμα. Οπως ο Σαμαράς το 2012 και ο Τσίπρας το 2015, έτσι και ο Μητσοτάκης θα αναγκαστεί αύριο να κάνει την κωλοτούμπα του ως υπεύθυνος πρωθυπουργός. Ξέρει ότι η μονομερής μη επικύρωση της συμφωνίας θα έχει μεγάλο κόστος για τη χώρα.

Εθνική αυτογνωσία

Η συμφωνία είναι ένα ισχυρό τράνταγμα στην εθνική αυτο-εικόνα, όπως τα μνημόνια ήταν για την οικονομική αυτο-αντίληψη. Με το μνημόνιο μάθαμε ότι δεν υπάρχει δωρεάν γεύμα. Με τη συμφωνία συνειδητοποιούμε ότι δεν είμαστε κτήτορες της Ιστορίας: ότι η έννοια «Μακεδονία», όπως όλες οι έννοιες, δεν ορίζεται ουσιοκρατικά αλλά από τη χρήση της· ότι διακρίνεται από νοηματική πολλαπλότητα, άρα δεν είναι «μία και ελληνική»· ότι και άλλοι νομιμοποιούνται να την επικαλούνται και να τη νοηματοδοτούν με τον δικό τους τρόπο.

«Οποιος αμφισβητεί ότι η Μακεδονία είναι μία και είναι Ελληνική […] παραχαράσσει την ιστορία», είπε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, λες και η ιστορία συνιστά εκ Θεού Αποκάλυψη –χαραγμένη αναλλοίωτα στις πλάκες του Μωυσή– όχι διαρκής ανθρώπινη δημιουργία. Η συμφωνία στο Μακεδονικό τοποθετεί, κατ’ αρχήν, το έθνος μας στον ιστορικό χρόνο, απομακρύνοντάς το από τον μυθοποιημένο χρόνο των εθνικών αφηγήσεων. Αναγκαζόμαστε να σκεφτούμε προοπτικά-ρεαλιστικά, όχι αναχρονιστικά-φαντασιωσικά.

Η οικονομική κρίση μας έφερε σε επαφή με την οικονομική πραγματικότητα. Τα μνημόνια μας μετάγγισαν οικονομικό ορθολογισμό. Ο εθνικός συμβιβασμός στο Μακεδονικό επιφέρει ρηγματώσεις στους εθνικούς μας μύθους. Είναι ένα σημαντικό βήμα στην πορεία δημιουργίας εκλεπτυσμένης ιστορικής συνείδησης. Αποκτώντας ιστορική συνείδηση, παρατηρεί ο μεγάλος φιλόσοφος Χανς-Γκέοργκ Γκάνταμερ, αποκτούμε επίγνωση της ιστορικότητας (άρα της μεταβλητότητας) του τρόπου με τον οποίο κατανοούμε τον εαυτό μας. Ο,τι μας απαλλάσσει από αυταπάτες, μας κάνει πιο δυνατούς!

* Ο κ. Χαρίδημος Κ. Τσούκας (www.htsoukas.com) είναι καθηγητής στα Πανεπιστήμια Κύπρου και Warwick.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ