Τάκης Θεοδωρόπουλος ΤΑΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ

Η Μακεδονία και η φέτα

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

E​​πειτα από χρόνια αμέλειας και αδιαφορίας το ζήτημα της πολιτισμικής μας ταυτότητας, ή μάλλον του πολιτισμικού μας προσανατολισμού, μας φαίνεται τόσο ξένο που μας τρομάζει. Η κεφαλή της Γοργόνας που ακινητοποιεί τους νευρώνες του εγκεφάλου μας, όσους έχει αφήσει ακόμη ενεργούς η καλλιέργεια της μετριότητας ως μείζονος κοινωνικού αγαθού. Και δεν αναφέρομαι σε όποιον διανοούμενο το έχει επεξεργαστεί και το επεξεργάζεται. Αναφέρομαι στη συλλογική μας συνείδηση, αυτή που νιώθει ορφανή και περιφέρεται στο πέλαγος του καιρού με μοναδικό ζητούμενο την επιβίωση. Και πανικόβλητη, χωρίς πραγματικές αναφορές, αρπάζεται στο κούτσουρο του πρώτου στερεότυπου για να μην πνιγεί.

Τι πραγματικά σκέφτονται οι συμπολίτες μας που φωνάζουν ότι «η Μακεδονία είναι ελληνική;». Με ποιον τρόπο προσδιορίζουν αυτό το «ελληνική»; Ποια στάση ζωής υπαγορεύει; Μιλάει ελληνικά; Κι αν μιλάει ελληνικά ποια είναι η αντίληψή της για τη γλώσσα που μιλάει, πώς την καλλιεργεί, ποια συνείδηση του βάθους του ιστορικού της χρόνου έχει; Ακούμε τον Μίκη Θεοδωράκη, εν είδει εθνικού ανδριάντα εν ζωή, να υπερασπίζεται τα πνευματικά δικαιώματα του ελληνισμού. Με το έργο του μας έχει αφήσει μια παρακαταθήκη ελληνικού αισθήματος αναμφίβολα, όμως μετά όσα περάσαμε μήπως ήρθε η ώρα να μεταφράσουμε το «αίσθημα» σε συνείδηση; Μήπως δεν μας φτάνει το «είναι ελληνική» και πρέπει το λήμμα να αποκτήσει ερμηνεία στο λεξικό της σκέψης μας; Γιατί το «ελληνικό» είναι αυταξία; Πολύ φοβούμαι ότι οι περισσότεροι έχουν στο μυαλό τους τη φέτα.

Προϊόν της πολιτισμικής αμέλειας η συμφωνία που υπέγραψε ο Τσίπρας στην Πρέσπα. Σιγά την είδηση θα μου πείτε. Η αναγνώριση της «μακεδονικής γλώσσας» θα μας στοιχειώνει. «Πέντε αιώνες δύσης εθνικής θα ζήσεις» που έλεγε κι ο Σαββόπουλος στους «Κωλοέλληνες», την ζοφερή ελεγεία του. Κι αν στο μυαλό τού διαδηλωτή, ο οποίος επειδή φωνάζει «η Μακεδονία είναι ελληνική» νομίζει ότι κάνει την ίδια δουλειά με τον Παύλο Μελά ή τον Ιωνα Δραγούμη, υπάρχει ένα υπόβαθρο αφελείας ή ανασφάλειας, στο μυαλό του κουτοπόνηρου ηγεμόνα που υπογράφει την ύπαρξη μακεδονικής γλώσσας λειτουργεί η αλαζονεία της μετανεωτερικότητας. Εκείνο το αστοιχείωτο «γλώσσα είναι μια διάλεκτος που διαθέτει στρατό και ναυτικό». Αυτός δεν αισθάνεται ανασφαλής. Εχει τη γλωσσολογία με το μέρος του και δεν κάνει διακρίσεις ανάμεσα στις «Χοηφόρους» του Αισχύλου και τα ταφικά έθιμα που περιγράφει ο Κανταρέ στο έργο του για τον «Βαλκάνιο» τραγικό της «Ορέστειας». Γλώσσα η μία, γλώσσα η άλλη, ποίηση κάνουν όλοι και τα γκράφιτι στην Πατησίων συνεχίζουν την παράδοση του Λεονάρντο.

Την περασμένη Κυριακή ο τίτλος του άρθρου μου ήταν «Ο Αισχύλος και ο μουσακάς». Μια ιστορία παράλληλη που στοιχειοθετεί την υπόθεση της πολιτισμικής αμέλειας. Και το έδεσμα και ο πατέρας της τραγωδίας άρχισαν να λειτουργούν ως είδη τουρισμού την ίδια περίπου εποχή.

Πρόθυμοι σχολιαστές, να είναι καλά οι άνθρωποι, μου υπενθύμισαν ότι ο μουσακάς δεν έχει πιστοποιητικό ελληνικής ιθαγένειας. Θες οι μελιτζάνες, θες η μπεσαμέλ –λυδία λίθος της επιτυχίας του– τον μετατρέπουν σε μιγάδα της πολιτισμικής μας ταυτότητας. Οσο για τον Αισχύλο, αναγνώστης με προκάλεσε να ομολογήσω επιτέλους τι εννοώ με το «τραγικό». Υποθέτω ότι το έχει εύκολο ο ίδιος. Για εμένα ο ορισμός του παραμένει δύσκολος και το μόνο που μπορώ να πω είναι ότι πρόκειται για έναν τρόπο σκέψης που γεννήθηκε στην Αθήνα του 5ου αιώνα π.Χ. και διέγραψε μια πορεία η οποία σημάδεψε τον ευρωπαϊκό πολιτισμό, παράλληλα με τον χριστιανισμό και τον ορθολογισμό, ώς τον Κίρκεγκαρντ, τον Νίτσε και τον Καμύ. Το «τραγικό» είναι η εμπειρία του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Δεν μίλησα για γνησιότητα, διότι δεν πιστεύω στη γνησιότητα. Οι επιμειξίες είναι γόνιμες. Γι’ αυτό υπερασπίζομαι τον ευρωπαϊκό ελληνισμό, και εξακολουθώ να πιστεύω ότι ο προσανατολισμός του απαιτεί τη δυσκολία και την επίπονη προσπάθεια από την οποία προσπαθούν να μας απαλλάξουν τα στερεότυπα.

«Η Μακεδονία είναι ελληνική»; Ναι, η Μακεδονία είναι ελληνική, μόνον που δεν είναι ελληνική όπως η φέτα. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η φέτα δεν έχει τη δική της σοβαρότητα. Σταματώ κάπου εδώ, διότι μου άνοιξε η όρεξη. Και το πιθανότερο είναι απόψε να παραγγείλω μουσακά με φέτα. Λίγο βαρύ για βράδυ, όμως ό,τι καλύτερο.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ