ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ Κ. ΤΣΟΥΚΑΣ*

Υπόγεια υπονόμευση ανεξαρτησίας Δικαιοσύνης

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Η πρόθεση της κυβέρνησης να συστήσει δύο νέες θέσεις αντιπροέδρου στο Συμβούλιο της Επικρατείας προκαλεί πολλές και έντονες σκέψεις για τη χρησιμότητά τους, σε ένα δικαστήριο που έχει ήδη δέκα αντιπροέδρους για έξι τμήματα. Στις γραμμές που ακολουθούν θα καταδείξω, με παράδειγμα το Συμβούλιο της Επικρατείας, πώς το ισχύον σύστημα επιλογής αντιπροέδρων των ανωτάτων δικαστηρίων (δύναται να) βλάπτει σοβαρά τη Δικαιοσύνη. Και τη βλάπτει τόσο πιο σοβαρά όσο περισσότερες είναι οι θέσεις αντιπροέδρου.

Η πλήρωση των θέσεων αντιπροέδρου των ανωτάτων δικαστηρίων (ΣτΕ, ΑΠ. Ελ. Συν.) ρυθμίζεται από το Σύνταγμα (άρθρο 90 παρ. 5) και τον ν. 1756/1988, ο οποίος τροποποιήθηκε με τον ν. 3841/2010. Ο νόμος του 1988 όριζε, μεταξύ άλλων, ότι τους προακτέους σε θέση αντιπροέδρου ανωτάτου δικαστηρίου επιλέγει το υπουργικό συμβούλιο μεταξύ των εχόντων τα νόμιμα προσόντα, δηλαδή μεταξύ εκείνων που είχαν τουλάχιστον τρία έτη υπηρεσίας στον βαθμό του συμβούλου της Επικρατείας, του αρεοπαγίτη, του συμβούλου του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Με τον νόμο του 2010, το υπουργικό συμβούλιο, χωρίς να πάψει να είναι αποκλειστικώς αρμόδιο να επιλέγει τους αντιπροέδρους των ανωτάτων δικαστηρίων, ασκεί την αρμοδιότητά του αυτή τηρώντας την ακόλουθη διαδικασία.

Εν πρώτοις, οσάκις πρόκειται περί πληρώσεως μιας θέσεως αντιπροέδρου, προεπιλέγει έξι υποψηφίους μεταξύ των μελών του οικείου ανωτάτου δικαστηρίου, τα οποία διαθέτουν την προαναφερθείσα τριετή υπηρεσία, για κάθε δε τυχόν επιπλέον κενή θέση (στο αυτό ανώτατο δικαστήριο) ο αριθμός των προεπιλεγομένων αυξάνεται κατά δύο. Ακολούθως, η διάσκεψη των προέδρων της Βουλής καλεί τους προεπιλεγέντες σε ακρόαση και, αφού τους ακροασθεί, διατυπώνει προς το υπουργικό συμβούλιο τη γνώμη της, προτείνοντας αριθμό δικαστικών λειτουργών ίσο προς το ήμισυ των προεπιλεγέντων. Τέλος, το υπουργικό συμβούλιο επιλέγει (χωρίς να δεσμεύεται από την πρόταση της διασκέψεως των προέδρων της Βουλής) εκείνον ή εκείνους που κρίνει ως τους πλέον κατάλληλους.

Υπό το καθεστώς του νόμου του 1988 είχε διαμορφωθεί, σε ό,τι αφορά το Συμβούλιο της Επικρατείας, η κυβερνητική πρακτική οι αντιπρόεδροι του δικαστηρίου να επιλέγονται μεταξύ των «αρχαίων» ή, πάντως, μεταξύ των «άνω της μέσης αρχαιότητας» συμβούλων της Επικρατείας. Οι κυβερνήσεις, δηλαδή, ακόμα και όταν έκαναν βουτιές στην επετηρίδα, δεν εξαντλούσαν την ευχέρεια που τους παρείχε ο νόμος να επιλέγουν για αντιπροέδρους οποιουσδήποτε είχαν το προσόν της τριετούς υπηρεσίας, και ως εκ τούτου ήταν κατά νόμον «επιλέξιμοι». Αυτό σημαίνει ότι οι κατά νόμον «επιλέξιμοι» δεν ήταν και εν τοις πράγμασι «επιλέξιμοι».

Σήμερα, πλέον, η ρύθμιση του νόμου του 2010 παρέχει στο εκάστοτε υπουργικό συμβούλιο, δηλαδή στην εκάστοτε κυβέρνηση, τη δυνατότητα για βάναυσες παραβιάσεις της αρχαιότητας, τόσο έντονες, ώστε εκείνες του παρελθόντος να φαντάζουν σχεδόν ήπιες. Πώς μπορεί να γίνει αυτό; Ως εξής: Προεπιλέγοντας έναν σύμβουλο της Επικρατείας δύο φορές (π.χ. μία φορά το 2018 και μία το 2019), όταν αυτός θα είναι, μεταξύ των πενήντα δύο ομοιοβάθμων συναδέλφων του, μόλις στη 45η (το 2018) και στη 41η (το 2019) αντιστοίχως, θέση του πίνακα αρχαιότητας. Την επόμενη φορά, το 2021, ο προεπιλεγείς επιλέγεται εν τέλει για αντιπρόεδρος από την 38η θέση του πίνακα αρχαιότητας, στην οποία θα έχει, εν τω μεταξύ, αναβιβασθεί. Ποιος θα εκπλαγεί για την επιλογή αυτή; Πολλοί θα θυμώσουν, πολλοί θα πικραθούν, ακόμη περισσότεροι θα απογοητευθούν, κανείς όμως δεν θα εκπλαγεί, αφού η επιλογή του 38ου στον πίνακα αρχαιότητας θα έχει προετοιμασθεί από καιρό. Η επιλογή θα μοιάζει πλέον εύλογη και σχεδόν «φυσική».

Μέχρι σήμερα καμιά κυβέρνηση δεν εφάρμοσε –ευτυχώς!– τον νόμο του 2010 κατά τον τρόπο του προαναφερθέντος παραδείγματος. Εκείνο όμως το οποίο έχει ήδη γίνει και το οποίο προοιωνίζεται ημέρες δύστηνες για το Συμβούλιο της Επικρατείας είναι η προεπιλογή συμβούλων της Επικρατείας μεταξύ των νεότερων στον πίνακα αρχαιότητας. Δεν έχει σημασία που η προεπιλογή αυτή δεν γίνεται εξαρχής (οριστική) επιλογή· σημασία έχει ότι κάθε σύμβουλος της Επικρατείας που έχει μόλις τρία έτη στον ομώνυμο βαθμό είναι πλέον, όχι μόνον κατά τον νόμο, αλλά και εν τοις πράγμασι «επιλέξιμος». Και αν παλιά, πριν από τον νόμο του 2010, έπρεπε να διανύσει τουλάχιστον μια δεκαετία στον βαθμό του συμβούλου της Επικρατείας για να αρχίσει να ενδιαφέρεται για την προαγωγή του σε αντιπρόεδρο ή να αγωνιά για τυχόν υποσκελισμό του, τώρα, υπό τον νόμο του 2010, βλέποντας τον τρόπο που αυτός έχει αρχίσει να εφαρμόζεται, έχει κάθε λόγο, ήδη από τον τέταρτο χρόνο της θητείας στον βαθμό του συμβούλου της Επικρατείας, να ενδιαφέρεται ή να αγωνιά.

Αν, μάλιστα, αναλογισθούμε ότι, με τον πληθωριστικό αριθμό των αντιπροέδρων των ανωτάτων δικαστηρίων, κάθε δεύτερο - τρίτο χρόνο σε κάθε ανώτατο δικαστήριο θα κενώνεται τουλάχιστον μία θέση αντιπροέδρου και ότι τις θέσεις που θα κενώνονται θα τις πληροί η εκάστοτε κυβέρνηση, δι’ επιλογής των κατά την κρίση της «καταλληλότερων» με την προεκτεθείσα καινοφανή διαδικασία, τότε καθίσταται πρόδηλο τι σημαίνει η εν λόγω ρύθμιση του νόμου 3841 του 2010 για τη Δικαιοσύνη. Σημαίνει επίταση της εξαρτήσεώς της από την εκάστοτε κυβέρνηση. Σημαίνει, επίσης, αφεύκτως, ανταγωνισμούς και διαγκωνισμούς. Σημαίνει, δηλαδή, πλήγμα στον πιο βασικό όρο της ορθής απονομής του δικαίου, που είναι ο αμοιβαίος σεβασμός, η σχέση εμπιστοσύνης και η εγκάρδια συνεργασία μεταξύ των δικαστών, ο καθένας των οποίων σταδιοδρομεί κατά τον λόγο της προσωπικής του αξίας και μόνον.

* Ο κ. Παναγιώτης Κ. Τσούκας είναι σύμβουλος της Επικρατείας.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ