Οι πάνω από 400.000 άνθρωποι που έφτασαν στις ακτές της Λέσβου το καλοκαίρι του 2015 ήταν στην πλειονότητά τους ανώνυμοι. Δεν μάθαμε ποτέ τις ιστορίες τους, δεν είδαμε τα πρόσωπά τους, δεν ακούσαμε τις φωνές τους. Ήταν κυρίως αριθμοί στα δελτία των ειδήσεων, στατιστικά στοιχεία της προσφυγικής κρίσης. Δεν ισχύει το ίδιο για τη Γιούσρα Μαρντίνι, η οποία, χωρίς ακριβώς να το επιδιώκει, μέσα από τον ηρωισμό και την πορεία της ζωής της, έγινε ένα σύμβολο αισιοδοξίας για χιλιάδες ανθρώπους που τα τελευταία χρόνια βρέθηκαν μετέωροι ανάμεσα σε τόπους ρημαγμένους και χώρες που τους αντιμετώπισαν ως ανεπιθύμητους. Η 20χρονη σήμερα κολυμβήτρια από τη Συρία αφηγείται την ιστορία της στο βιβλίο «Πεταλούδα» και μιλάει στο «Κ», σε ένα διάλειμμα από τις προπονήσεις της στις πισίνες του Βερολίνου. 

«Πρώτα κολύμπησα, μετά περπάτησα», είναι η πρώτη φράση του βιβλίου της. Ο πατέρας της, προπονητής κολύμβησης, την πετούσε στο νερό από μωρό. Στην πισίνα όφειλε να τον αποκαλεί «κόουτς». Στο σπίτι μπορούσε να τον λέει «μπαμπά». Μικρό κορίτσι ακόμα, προπονούνταν καθημερινά δύο ώρες σε ένα κολυμβητήριο με χαμηλό φωτισμό και ένα πορτρέτο του προέδρου Άσαντ κρεμασμένο στον τοίχο. Ο πατέρας δεν άφησε κανένα περιθώριο, ούτε στην ίδια, αλλά ούτε και στην αδελφή της (η Σάρα είναι τρία χρόνια μεγαλύτερη), να γίνουν οτιδήποτε άλλο εκτός από πρωταθλήτριες της κολύμβησης. Και πράγματι, η
Γιούσρα έμαθε με τα χρόνια να αγαπάει το νερό, ονειρεύτηκε τους Ολυμπιακούς Αγώνες και ξεκίνησε στην εφηβεία της να κερδίζει μετάλλια για τη Συρία σε διεθνείς διοργανώσεις. Μετά ήρθε ο πόλεμος. 

«Δεν έχω ιδέα από πολιτική», μου λέει στο τηλέφωνο. «Δεν ξέρω πώς να εξηγήσω αυτά που συμβαίνουν στη Συρία, αλλά πιστεύω ότι πάντα υπάρχει κάποιος που έχει δίκιο και κάποιος που έχει άδικο. Και ξέρω ότι αυτός που την πληρώνει είναι ο απλός κόσμος. Εμείς. Που προσπαθούμε να έχουμε μια κανονική ζωή». Η δική της κανονική ζωή διακόπηκε όταν βομβαρδίστηκε το σπίτι της στη Δαμασκό. Όταν έμαθε για πρώτη φορά ότι κάποιος φίλος της σκοτώθηκε, επειδή βρέθηκε στο λάθος μέρος τη λάθος στιγμή. Όταν μια βόμβα έπεσε στην πισίνα που κολυμπούσε, λίγο αφότου είχε βγει απ’ το νερό. «Δεν ήθελα να φύγω από τη χώρα μου», λέει, «αλλά ήταν επιβεβλημένο αν ήθελα να μείνω ζωντανή». Η αδελφή της πρότεινε να πάνε στο Ανόβερο, όπου λίγο καιρό νωρίτερα είχε εγκατασταθεί μια φίλη της. 

«Τη θυμάμαι τη μέρα που φύγαμε. Η μητέρα μου έκλαιγε κι εγώ ήμουν πάρα πολύ στενοχωρημένη. Πίστευα βέβαια ότι έπειτα από λίγο καιρό θα επιστρέφαμε, ότι ο πόλεμος δεν μπορεί να κρατήσει πολύ ακόμα. Αλλά έκανα λάθος. Ο πόλεμος πια μπαίνει στον όγδοο χρόνο του». Το σημείο στο βιβλίο όπου η Γιούσρα περιγράφει τον αποχαιρετισμό με τη μητέρα της και τη μικρή της αδελφή, επτά χρονών τότε, είναι σπαρακτικό. Τη ρωτάω αν ήξερε τι την περίμενε στο ταξίδι. «Όχι», απαντά κατηγορηματικά. «Αν ήξερα, δεν θα είχα φύγει».  

Νύχτα στο Αιγαίο

Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία της «Πεταλούδας» είναι ότι η Γιούσρα περιγράφει με κάθε λεπτομέρεια όλο το ταξίδι. Πώς αναζήτησαν τους διακινητές στην Κωνσταντινούπολη, πώς ένα βανάκι με κατεβασμένες κουρτίνες τούς μετέφερε μέχρι τα παράλια κοντά στη Σμύρνη, πώς έμειναν για αρκετές μέρες κρυμμένες σε ένα δασάκι περιμένοντας μια βάρκα. Ως αναγνώστης ζεις την περιπέτεια μαζί της και σχεδόν ξεχνάς ότι αυτά που διαβάζεις συνέβησαν στ’ αλήθεια. 

Η βάρκα που φτάνει για να μεταφέρει τις δύο αδελφές στην Ελλάδα είναι ένα πλεούμενο τεσσάρων μέτρων, πάνω στο οποίο η Γιούσρα και η Σάρα στριμώχνονται με ακόμα 18 άτομα. Έχει αέρα και σκοτεινιάζει. Ωστόσο ξεκινούν. Ισορροπούν με δυσκολία. Και δεκαπέντε λεπτά μετά, η μηχανή της βάρκας χαλάει. Το ακυβέρνητο σκάφος παρασύρεται από τα κύματα και αρχίζει να γεμίζει νερό. Είναι θέμα χρόνου να αρχίσει να βυθίζεται. Πανικόβλητοι οι είκοσι επιβαίνοντες πετούν τα πράγματά τους στη θάλασσα, αλλά το βάρος δεν μειώνεται. Τότε οι δύο κοπέλες πηδούν στο νερό. Δύο ακόμα άνδρες τις ακολουθούν. Κρατιούνται από σχοινιά που είναι δεμένα στο σκάφος και προσπαθούν να κολυμπήσουν προς τη στεριά. Τρεισήμισι ώρες αργότερα, οι ακτές της Λέσβου μοιάζουν ακόμα μακριά. Εντελώς εξαντλημένη από την κούραση και τον φόβο, η Γιούσρα είναι έτοιμη να παραδοθεί στη μοίρα της, διερωτώμενη πώς η ζωή έγινε ξαφνικά τόσο φθηνή. Ως διά μαγείας και ενώ η βάρκα έχει πλησιάσει κάπως στις ελληνικές ακτές, η μηχανή παίρνει ξανά μπροστά. Οι είκοσι επιβάτες φτάνουν στη στεριά σώοι και αβλαβείς. «Είναι επίπονο να θυμάμαι εκείνο το βράδυ», μου λέει σήμερα. «Είναι μια πολύ σκληρή ιστορία. Με κινητοποιεί, αλλά με στοιχειώνει». Από τη μέρα εκείνη δεν έχει μπει στη θάλασσα. 

«Την Ελλάδα δεν την είδα κάτω από τις καλύτερες συνθήκες, αλλά δεν θα ξεχάσω ποτέ τους ανθρώπους στη Λέσβο που συνάντησα εκείνες τις μέρες», μου λέει. «Δεν θα ξεχάσω ποτέ μια κοπέλα που δεν είχα ξαναδεί ποτέ στη ζωή μου, η οποία με πλησίασε και μου έδωσε ένα ζευγάρι παπούτσια όταν είδε ότι περπατούσα ξυπόλυτη». Προσθέτει ότι νιώθει την ανάγκη να ευχαριστήσει τους Έλληνες που είδαν με ανοιχτό μυαλό το δράμα των προσφύγων. «Και να απολογηθώ, όμως, γιατί ξέρω ότι για την Ελλάδα δεν ήταν εύκολο αυτό που συνέβη και σε αυτούς που ενοχλήθηκαν από εμάς θέλω να ζητήσω να προσπαθήσουν να καταλάβουν τι έχουμε περάσει. Ούτε εμείς θέλουμε που ζούμε αυτή την κατάσταση».

 

 

Ιστορία με καλό τέλος

Σε αντίθεση με ό,τι πίστευε, ότι δηλαδή άπαξ και έφτανε σε ευρωπαϊκό έδαφος θα ήταν όλα απλά, η οδύσσειά της δεν είχε τελειώσει καθόλου. Χρειάστηκε να περπατήσει ένα μεγάλο μέρος της Κεντρικής Ευρώπης, να κρυφτεί σε χωράφια με καλαμπόκια, να αντιμετωπίσει την ουγγρική αστυνομία, να περιμένει μέρες ολόκληρες εγκλωβισμένη σε γραφειοκρατικά αδιέξοδα, όπως περνούσε από τη μία χώρα στην άλλη. Τις περιπέτειές της, όμως, τις αντιμετώπιζε γελώντας – από τη στιγμή που είχε γλιτώσει από τα νερά του Αιγαίου, όλα της φαίνονταν σαν παιχνίδι. 

Στο Βερολίνο, σχεδόν τυχαία, γνώρισε τον μελλοντικό της προπονητή, Σβεν Σπάνεκρεμπς, ο οποίος βοήθησε τα δύο κορίτσια να εγκατασταθούν στην πόλη και έδωσε στη Γιούσρα την ευκαιρία να επιστρέψει στις πισίνες, την ίδια περίπου περίοδο που η Ολυμπιακή Επιτροπή εξέταζε το ενδεχόμενο της σύστασης μιας ομάδας προσφύγων για τους Ολυμπιακούς Αγώνες του Ρίο. Έτσι έγινε και ταξίδεψε στη Βραζιλία, όπου εκπλήρωσε το παιδικό της όνειρο και, κυρίως, βρήκε ένα παγκόσμιο κοινό για να αφηγηθεί την ιστορία της. Η περιπέτειά της στη θάλασσα, το happy end στο Ρίο και το όμορφο χαμόγελό της είναι θαυμάσια συστατικά μιας ιστορίας που μένει για πάντα. Το βιβλίο της διαβάζεται σαν μυθιστόρημα και (σύμφωνα με δημοσιεύματα) η ζωή της θα γίνει σύντομα ταινία. Ο κόσμος τη χαρακτήρισε ηρωίδα – «επειδή ο κόσμος έχει ανάγκη από ήρωες», γράφει στο βιβλίο. «Είμαι ένα εντελώς κανονικό κορίτσι και αυτό δεν αλλάζει», μου λέει. «Αυτό που όμως αλλάζει είναι ο ρόλος που έχω τώρα, γιατί τώρα έχω φωνή». Μετά το Ρίο ανέλαβε τον ρόλο της πρέσβειρας στην Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ, συναντήθηκε με τον Ομπάμα, τον Πάπα και τη βασίλισσα Ράνια της Ιορδανίας. «Νιώθω πια ότι εκπροσωπώ τους πρόσφυγες, ότι έχω την ευθύνη να εξηγήσω στον κόσμο τι σημαίνει να είσαι πρόσφυγας, πώς είναι να έχεις φύγει από τη χώρα σου, να εξηγήσω ότι είμαστε κι εμείς άνθρωποι, όπως όλοι».

Οι αδερφές Μαρντίνι 

«Τον πρώτο καιρό που εγκαταστάθηκα στη Γερμανία, δεν ήταν καθόλου εύκολο για μένα, έκανα συνεχώς συγκρίσεις με τη χώρα μου, δεν περνούσα καλά», μου λέει. «Πλέον έχω συνηθίσει και, όταν επιστρέφω στη Γερμανία έπειτα από κάποιο ταξίδι, έχω την αίσθηση ότι επιστρέφω στο σπίτι μου. Ποτέ δεν θα νιώσω όπως ένιωθα για τη Συρία, αλλά είναι το δεύτερο σπίτι μου εδώ και είμαι καλά, με τους φίλους και την οικογένειά μου». Οι γονείς της και η μικρή της αδελφή έφυγαν κι αυτοί από τη Συρία και ζουν πλέον κοντά της. 

Ο μεγάλος της στόχος είναι οι Ολυμπιακοί Αγώνες του Τόκιο το 2020. Θα πρέπει να πιάσει κάποιους χρόνους, αλλά η αγωνία της είναι άλλη. Με ποια χρώματα θα αγωνιστεί; Θα υπάρχει και πάλι η ομάδα των προσφύγων; Κι αν όχι, θα μπορέσει να κολυμπήσει για τη Γερμανία; 

Σε κάθε περίπτωση, τα φώτα της δημοσιότητας θα συνεχίσουν να πέφτουν πάνω στη Γιούσρα, η οποία όμως μέσα από τις σελίδες του βιβλίου της αποκαθιστά μια σημαντική αλήθεια. Η ηρωίδα στην ιστορία δεν είναι η ίδια, αλλά η μεγάλη της αδερφή, η Σάρα, που με τον δυναμισμό της παρακίνησε τη Γιούσρα να διεκδικήσουν μια καλύτερη ζωή στην Ευρώπη. Η Σάρα, που σε όλο το ταξίδι είχε τις σωστές ιδέες. Η Σάρα, που δεν έχασε το κουράγιο και το χιούμορ της. Η Σάρα, που ήταν η πρώτη που πήδησε στο νερό εκείνο το βράδυ. Η Σάρα, που δεν κατάφερε να γίνει διάσημη κολυμβήτρια, που δεν βρήκε τη ζωή που ήθελε στη Γερμανία, που για να νιώσει γαλήνη γύρισε πίσω στη Λέσβο – εκεί ζει σήμερα. Εργάζεται εθελοντικά στην οργάνωση ERCI (Emergency Response Centre International), βοηθώντας ως διερμηνέας στην υποδοχή νέων προσφύγων από την Τουρκία. Η άλλη όψη του ίδιου νομίσματος. ■

To βιβλίο «Πεταλούδα» θα κυκλοφορήσει στη χώρα μας από τις εκδόσεις Μεταίχμιο στις 6/12.

 

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ