Στο ατελιέ του Δημήτρη Ντάσιου στη Βασιλίσσης Σοφίας επικρατεΙ αναβρασμός. Τα ρούχα που μπαίνουν στις κούτες, παραγγελίες ΄Ή δείγματα για κάποιο showroom, είναι έτοιμα να ταξιδέψουν στους προορισμούς τους, ενώ μια μικρή ξενάγηση από τον ίδιο οδηγεί στους χώρους όπου βρίσκονται οι συλλογές για τον χειμώνα και το επόμενο καλοκαίρι.

Οι ρυθμοί ακολουθούν τους κανόνες της διεθνούς βιομηχανίας της μόδας: δημιουργία, παραγωγή, παράδοση, ξανά και ξανά. Η διαδικασία μοιάζει με «προέκταση» του ίδιου του δημιουργού, το κράμα θεατρικότητας και ρεαλισμού που τον χαρακτηρίζει. Ο δημιουργικός αέρας φέρνει «ανάσες» αρ νουβό, κλείσιμο του ματιού σε σχεδιαστές όπως ο Μαριάνο Φορτούνι, ο Πολ Πουαρέ και η Μαντλέν Βιονέ (στην αρχή της μεγαλειώδους πορείας της), ενώ δεν λείπει το ντένιμ, μια πρώτη ύλη που χρόνια τώρα συνοδεύει τον Ντάσιο, δίνοντάς του την ευκαιρία να «χτίσει» μπεστ σέλερ και ταυτότητα. «Το ντένιμ με γοητεύει σε συνδυασμό με στοιχεία vintage, όπως γενικά με ενδιαφέρει ο συνδυασμός του trash με το πολύτιμο. Θα μπορούσα, π.χ., να βάλω σε κόσμημα διαμάντια μαζί με κουρέλια, σκισμένα μετάξια με ξύλο».

Στην εποχή του στυλιστικού υπερ-πλουραλισμού, η ματιά του Ντάσιου θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ένας νεο-έθνικ «ρυθμός» που φορμάρεται σ’ ένα πρετ-α-πορτέ πολυτελείας, όπου το χειροποίητο συνδυάζεται με τη ραπτομηχανή και πρωταγωνιστούν πολλά μοναδικά κομμάτια. Μια mix ’n’ match πρόταση που ταιριάζει απόλυτα σε αυτόν τον πρώην πρωταγωνιστή της οπερέτας της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, λάτρη του Βισκόντι, που αγαπάει να αναπαλαιώνει αντίκες, να συλλέγει μικρά και μεγαλύτερα έργα τέχνης και που σήμερα κλείνει συμφωνίες σε διεθνείς επαγγελματικές εκθέσεις μόδας και showrooms.

 


Η νέα συλλογή «Θέρος» δημιουργήθηκε πρωτίστως για την ελληνική αγορά.

 

«Δεν σπούδασα ποτέ μόδα», λέει ο ίδιος. «Στην προσχολική ηλικία μου είχε πέσει στα χέρια μου ένα κουκλάκι και εγώ του έφτιαχνα ντραπέ ρούχα με τα ελαστικά καλσόν της μητέρας μου. Παράλληλα έδινα και “παραστάσεις” και έτσι κατέληξα στο θέατρο. Όμως η δεινότητα στην κατασκευή ενδυμάτων είχε ξεκινήσει από τότε. Όταν πήγα σχολείο, όλο αυτό ήταν απαγορευτικό – “τα αγόρια δεν παίζουν με αυτά”». 

Χρόνια αργότερα, στο θέατρο πια, μια φίλη τού πρότεινε μια συνεργασία πάνω στο κόσμημα. Το ξεκίνησε ως χόμπι, μέχρι που αποφάσισε να ασχοληθεί πιο συστηματικά. Στα μέσα της δεκαετίας του 2000, ο Ντάσιος έγινε μέλος του Πανελλήνιου Συλλόγου Σχεδιαστών Μόδας, παρουσιάζοντας τα κοσμήματα και τα αξεσουάρ του με απολαυστικό πάντα τρόπο στις Εβδομάδες Μόδας του οργανισμού (που δεν υφίσταται πλέον). Πρώτες του επιτυχίες οι παραγγελίες δύο ιδιοκτητών concept stores στο Παρίσι, του Armand Hadida (Leclaireur) και της Maria-Luisa Poumaillou (ιδιοκτήτριας τότε της μπουτίκ Maria Luisa), οι οποίοι ήταν καλεσμένοι της διοργάνωσης. «Εκείνη την εποχή δεν γνώριζα καν την ύπαρξη αυτών των χώρων. Όλα έγιναν πριν ακόμα το καταλάβω», λέει ο Ντάσιος.

Δημιουργική ελευθερία

Λίγο αργότερα, μια επίσκεψη στην Κωνσταντινούπολη αποδείχτηκε καθοριστική. Στο «χωνευτήρι» της Ασίας ο Ντάσιος ήρθε «αντιμέτωπος» με μεταξωτά υφάσματα Ικάτ από το Ουζμπεκιστάν και τρέσες με φλουριά από το Αφγανιστάν, «ματιέρες» που του άνοιξαν τον δρόμο προς το ένδυμα. «Ίσως το γεγονός ότι δεν έχω σπουδάσει μόδα μού δίνει μια ελευθερία στο δημιουργικό κομμάτι, ότι μπορώ να περάσω από το ένα στο άλλο χωρίς ενοχές και τύψεις», παρατηρεί. «Συγχρόνως, είχα πάντα μεγάλο ενδιαφέρον για την τέχνη, το στυλ της κάθε εποχής στα εικαστικά και στο ένδυμα. Έτσι μετά πέρασα και στην απενοχοποιημένη ανάμειξη των στυλ, που είναι κάτι που με χαρακτηρίζει: ένα ρούχο έχει στοιχεία από τον 19ο αιώνα, την Ανατολή και τη δεκαετία του ’70». 

Στο μείγμα εμφανίζεται πολύ συχνά και το ελληνικό στοιχείο. Ελληνικά κεντήματα των οποίων τα αποτυπώματα έχουν αναπαραχθεί παίρνουν τον λόγο τον χειμώνα και το επόμενο καλοκαίρι. «Στην Ελλάδα είναι δύσκολο να βρεις πρωτογενή υλικά που συνθέτουν την παράδοση, γιατί η παράδοση δεν συνεχίζεται στην καθημερινότητα και έχει περάσει στο μουσείο, ενώ η αναπαραγωγή είναι εξωφρενικά ακριβή», σημειώνει. «Όμως, επειδή η παράδοση της χώρας συνδέεται άρρηκτα με εκείνη των Βαλκανίων και της Ανατολικής Ασίας, μπορούμε να βρούμε αυθεντικά πράγματα από αυτές τις περιοχές που να παραπέμπουν άμεσα στην ελληνική κληρονομιά και να δημιουργούμε τις φόρμες, όπως το σεγκούνι ή τον ντουλαμά».

 


Νεο-έθνικ ρυθμός. Ντένιμ και στοιχεία vintage στη συλλογή για τον χειμώνα που έρχεται. 

 

Όλα αυτά περνάνε μέσα από ένα παραγωγικό μοντέλο, το οποίο είναι σήμερα μια «πάρε δώσε» σχέση όπου εκείνος εκπαιδεύεται από τα ελληνικά «χέρια» που παράγουν τις συλλογές, ενώ εκείνα μαθαίνουν το δικό του ύφος. «Όταν ξεκίνησα εγώ ο ίδιος να ράβω, ήταν ένα σκαλοπάτι σημαντικό. Τα υφάσματα στήνονται στην κούκλα, τα κόβω και τα ράβω με τη μέθοδο του “μουλάζ” και μετά τα περνάω στη μηχανή, όπου ράβω τα πρωτότυπα της κάθε συλλογής. Είναι το πιο δημιουργικό πράγμα που μου έχει συμβεί. Ξεκινώ με ένα κομμάτι ύφασμα και καταλήγω κάπου που δεν έχω φανταστεί», λέει.

Η εμπορική ατζέντα του σχεδιαστή περιλαμβάνει σήμερα 60 σημεία πώλησης διεθνώς και περίπου 20 σε επίπεδο εγχώριο. Η επιτυχία, κυρίως στο εξωτερικό, του δημιούργησε γρήγορα υποχρεώσεις αλλά και τεράστιο άγχος, το οποίο χρειάστηκε να αντιμετωπίσει κάποιο διάστημα με ιατρική υποστήριξη. Για την ελληνική αγορά δημιούργησε φέτος το «Θέρος», μια δεύτερη, πιο οικονομική σειρά από καφτάνια με «σιλουέτα». Και σήμερα μοιάζει να απολαμβάνει το επιχειρείν. «Αυτό είναι το μεγαλείο αυτής της ιστορίας. Όλη αυτή η διαδικασία με μετέτρεψε από “καλλιτέχνη” σε επιχειρηματία, ένα παιχνίδι που λατρεύω τελικά. Με τον συνεργάτη μου, Γιάννη Λεμπέση, αναγκαστήκαμε να πάρουμε τα πράγματα στα χέρια μας και να αντιμετωπίσουμε την αγορά χωρίς μεσάζοντες».

Το «παιχνίδι» οδήγησε επίσης και σε δύο εποχιακά concept καταστήματα στη Σέριφο και στη Σίφνο (με ποτ πουρί αντικειμένων από διαφορετικές χώρες), αλλά και στη σκέψη για μια πιο σπορ σειρά. Στο μεταξύ, ο ίδιος έχει βρει τη θέση του.

«Η έννοια των τάσεων με τη στενή έννοια έχει εκλείψει. Τώρα δημιουργούνται πια items, “κομμάτια” που είναι πιο διαχρονικά, που δεν θα τελειώσουν την επόμενη σεζόν», συμπληρώνει. «Υπάρχει τεράστια πληροφόρηση και η κατανάλωση έχει φτάσει στο όριο. Αν κάποιος θέλει να αγοράσει κάτι, δεν θέλει άλλο ένα φουστάνι. Θέλει κάτι που να έχει μια ιστορία». Και ο Ντάσιος έχει ακόμα πολλές να πει. ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ