O Τζαμάλ Εζάλ δίνει την εντύπωση αυτού που θα λέγαμε «καλός άνθρωπος». Ευγενής, διακριτικός, ήρεμος, δύσκολα θα πίστευε κανείς ότι μέχρι πριν από λίγα χρόνια έχτιζε μια καριέρα στο Σίτι του Λονδίνου, ανάμεσα σε γιάπηδες και «γεράκια» των επιχειρήσεων, κερδίζοντας χρήματα για τον ίδιο και για άλλους. Η ζωή του άλλαξε όταν άρχισε να προσέχει το άδειο βλέμμα των αστέγων που προσπερνούσε καθημερινά στα πεζοδρόμια της βρετανικής πρωτεύουσας. «Ένιωθα ότι αυτοί οι άνθρωποι ήταν απελπισμένοι και αβοήθητοι, άρχισα να σκέφτομαι ότι έπρεπε να κάνω κάτι γι’ αυτό». Άφησε τη δουλειά του και σύστησε την εταιρεία Change please, έκφραση που στα αγγλικά σημαίνει «αλλαγή παρακαλώ», αλλά και «ψιλά παρακαλώ», και είναι η παράκληση που χρησιμοποιούν οι άστεγοι ζητώντας από τους περαστικούς να ρίξουν λίγα κέρματα στα χάρτινα κυπελλάκια καφέ που κρατούν. Η Change please αναλαμβάνει να εκπαιδεύσει αστέγους ως μπαρίστες και μετά τους προσλαμβάνει να εργαστούν σε κάποιο από τα καφέ της. Για τον εντοπισμό των αστέγων που θα εντάξει στο πρόγραμμά της συνεργάζεται με τοπικές φιλανθρωπικές οργανώσεις, οι οποίες της προτείνουν ανθρώπους που θεωρούν ότι μπορούν να ενταχθούν στο δυναμικό της. Στη συνέχεια οι άστεγοι αναλαμβάνουν για ένα χρονικό διάστημα να πωλούν το Big Issue (βρετανικό περιοδικό αντίστοιχο του ελληνικού «Σχεδία»), ώστε να διαπιστωθεί αν μπορούν να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις μιας σχέσης πωλητή-πελάτη, να είναι συνεπείς και να διαχειρίζονται χρήματα. Η ομάδα του Big Issue συντάσσει την αναφορά της για όσους περνούν με επιτυχία αυτό το πρώτο τεστ (περίπου το 40%). Αμέσως οι άστεγοι εντάσσονται σε πρόγραμμα εκπαίδευσης της Change please και στη συνέχεια αναλαμβάνουν κάποια θέση σε ένα από τα σημεία πώλησης καφέ. Μέσα σε δέκα ημέρες από την πρόσληψή τους (με μισθό 3 λίρες την ώρα περισσότερες από όσα πληρώνουν οι άλλες αλυσίδες καφέ), με τη βοήθεια των ανθρώπων της εταιρείας, βρίσκουν σπίτι και ανοίγουν τραπεζικό λογαριασμό, ενώ έχουν συνεχώς δίπλα τους συμβούλους, ψυχολόγους και ψυχοθεραπευτές, γιατί έχει διαπιστωθεί ότι ύστερα από κάποιο διάστημα ξεχνούν τον αρχικό ενθουσιασμό και μπορεί να ξαναγυρίσουν σε παλιές συνήθειες και εξαρτήσεις. Έξι μήνες μετά την πρόσληψή τους, τους βοηθούν να βρουν δουλειά σε άλλες εταιρείες, ώστε να προχωρήσουν τη ζωή τους και άλλοι να έρθουν στη θέση τους.

Μέχρι στιγμής η Change please έχει σώσει από τον δρόμο 213 ανθρώπους, ποσοστό 82% όσων εντάχθηκαν στο πρόγραμμά της. Ο πρώτος από αυτούς, θυμάται ο Τζαμάλ, ήταν η Λούσι: «Τη συναντούσα κάθε πρωί έξω από ένα κτίριο να πουλά το Big Issue· ένας πολύ γλυκός άνθρωπος, που εξέπεμπε αγάπη. Είχα σκεφτεί ότι, μόλις θα ξεκινούσα την επιχείρηση, θα ήταν από τους πρώτους που θα έπαιρνα. Και είναι ένα από τα καλύτερα πράγματα που έκανα ποτέ. Τώρα δουλεύει σε ένα από τα πιο πολυσύχναστα μαγαζιά μας και οι άνθρωποι έρχονται μόνο και μόνο για να τη δουν, τους φτιάχνει τη μέρα».

Ο Τζαμάλ είναι ο μεγάλος νικητής του διαγωνισμού κοινωνικής επιχειρηματικότητας Chivas Venture, που διοργανώθηκε από την εταιρεία Chivas για τέταρτη συνεχή χρονιά. Ορμώμενη από την πεποίθηση ότι το κέρδος και το όραμα για έναν καλύτερο κόσμο φτιάχνουν το καλύτερο κοκτέιλ επιτυχίας και αειφορίας, διαθέτει 1.000.000 δολάρια για τη χρηματοδότηση κοινωνικών επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται ανά τον κόσμο. Ο Τζαμάλ επέστρεψε στη Βρετανία με 350.000 δολάρια από το Chivas Venture. Με αυτά θα ανοίξει άλλες δύο ακαδημίες εκπαίδευσης και στοχεύει την επόμενη 10ετία να πάρει από τους δρόμους άλλους 10.000 αστέγους. Η Change please λειτουργεί αυτή τη στιγμή σε 22 σημεία στο Λονδίνο και στο Μάντσεστερ, έχει σημεία πώλησης σε μεγάλες τράπεζες, στα γραφεία της PricewaterhouseCoopers και της Virgin Atlantic και ετοιμάζεται να επεκταθεί στις ΗΠΑ (Νέα Υόρκη, Σαν Φρανσίσκο, Φιλαδέλφεια, Βοστώνη, Λος Άντζελες). «Πρέπει να δημιουργήσουμε όσο το δυνατόν περισσότερες ευκαιρίες εργασίας για τους ανθρώπους που έχουν ανάγκη, άρα πρέπει να αναπτυχθούμε, και σε κάθε γωνιά όπου υπάρχει ένα κατάστημα αλυσίδας καφέ να υπάρχει και ένα Change please. Θέλουμε να γίνουμε γνωστοί, ώστε να ξέρει ο κόσμος ότι αξίζει να επιλέξουν τον καφέ μας, γιατί έχει την ίδια γεύση, κοστίζει το ίδιο, αλλά βοηθάει ανθρώπους να ξεφύγουν από τον δρόμο».

 


Διακόσιοι δεκατρείς άνεργοι έχουν εκπαιδευτεί ως μπαρίστες μέχρι στιγμής. 

 

Ο διαγωνισμός Chivas Venture

Από το 2014, όταν προκηρύχθηκε για πρώτη φορά ο διαγωνισμός, έχουν δηλώσει συμμετοχή 8.000 κοινωνικοί επιχειρηματίες που στη συντριπτική τους πλειονότητα (98%) διαπίστωσαν ότι η παρουσία τους στο Chivas Venture τους βοήθησε να δικτυωθούν με ανθρώπους που μοιράζονται την ίδια στοχοπροσήλωση στην κοινωνική αλλαγή και (το 96%) βελτίωσαν τις ικανότητές τους. Οι 100 φιναλίστ του διαγωνισμού έχουν κατορθώσει ήδη να κάνουν καλύτερες τις ζωές περισσότερων από 1.000.000 ανθρώπων σε πάνω από 40 χώρες, παρέχοντας 24 εκατ. λίτρα πόσιμου νερού, ασφαλή ενέργεια σε 23.000 νοικοκυριά, 75.000 μέρες εκπαίδευσης σε γυναίκες και κορίτσια, ανακυκλώνοντας 1.300 τόνους απορριμμάτων και σώζοντας 8 εκατ. δέντρα.

Οι κοινωνικοί επιχειρηματίες ήδη χαρακτηρίζονται «επιχειρηματίες του μέλλοντος» ή «ήρωες των επιχειρήσεων». Iδρύουν και λειτουργούν κανονικές εταιρείες χρησιμοποιώντας όλα τα εργαλεία της καπιταλιστικής οικονομίας και νομοθεσίας και επιλέγοντας ως αντικείμενο εργασίας ή παραγωγής μια υπηρεσία ή προϊόν που στοχεύει στην επίλυση ενός κοινωνικού προβλήματος. Μέσω αυτού καταπολεμούν τη φτώχεια και την ανεργία, δίνουν λύσεις στον αγώνα για την προστασία του περιβάλλοντος, ρίχνονται στη μάχη για την εξασφάλιση πόσιμου νερού, ενέργειας, τροφίμων στις υπανάπτυκτες ή αναπτυσσόμενες χώρες, μεριμνούν για τη βελτίωση της καθημερινότητας των ανθρώπων με αναπηρία, ουσιαστικά έρχονται να καλύψουν τα κενά της πολιτείας και του κράτους πρόνοιας. Στην πορεία επανεπενδύουν τα κέρδη τους, ώστε να εξασφαλίσουν τη βιωσιμότητά τους και, κυρίως, τον κοινωνικό τους αντίκτυπο. Σε όλη την υφήλιο ξεφυτρώνουν περίπου σαν τα... μανιτάρια, αλλά και στην Ελλάδα έχουν αρχίσει να κάνουν δυναμικά την εμφάνισή τους τα τελευταία χρόνια.

Η τελική φάση του φετινού διαγωνισμού Chivas Venture πραγματοποιήθηκε στο Άμστερνταμ και εντάχθηκε στο πλαίσιο ενός από τα μεγαλύτερα συνέδρια καινοτομίας και τεχνολογίας στην Ευρώπη, του The Next Web Conference. Είκοσι επτά φιναλίστ έδωσαν ραντεβού στην πρωτεύουσα της Ολλανδίας, για να διεκδικήσουν μια θέση στην τελική πεντάδα και μέρος του 1.000.000 δολαρίων. Μεταξύ τους και ο Έλληνας Ιγνάτιος Φωτίου, συνιδρυτής της ΤΟΒΕΑ, της εταιρείας πίσω από τον μηχανισμό Seatrac, που εξασφαλίζει αυτόνομη πρόσβαση στη θάλασσα σε άτομα με αναπηρία ή περιορισμένη κινητικότητα. Παρότι δεν βρέθηκε στην πεντάδα του τελικού, αξιοποίησε στο έπακρο τις ευκαιρίες και τα «μαθήματα» που έλαβε. «Θα κρατήσω την πιο όμορφη φράση που άκουσα, ότι η τέλεια συνταγή είναι 50% κέρδος και 50% κοινωνικός αντίκτυπος. Όταν λοιπόν μπορείς επιχειρηματικά να συνδυάσεις αυτά τα δύο, λαμβάνεις μεν τα χρήματα ως ανταμοιβή για τη δουλειά σου, αλλά το άλλο 50% σε γεμίζει και σε κάνει καλύτερο ως άνθρωπο», μου εξομολογήθηκε σε μία από τις συνομιλίες μας. Η ομάδα των διαγωνιζομένων είχε την ευκαιρία να συνυπάρξει σε εργαστήρια και courses για αρκετές εβδομάδες και έμοιαζε σαν μια μεγάλη χαρούμενη παρέα. Όλοι τους είχαν το βλέμμα και τη χαρά του ανθρώπου που ξέρει ότι δίνει έναν καλό αλλά δύσκολο αγώνα και χαίρεται που βρήκε συνοδοιπόρους. Όλοι τους γνωρίζουν επίσης ότι από τις μεγαλύτερες προκλήσεις που θα συναντήσουν είναι να μπορέσουν να είναι οι εταιρείες τους ταυτόχρονα κερδοφόρες και βιώσιμες από τη μια και να προσφέρουν στην κοινωνία από την άλλη. Μπορούν να το επιτύχουν; Ζητώ την άποψη μιας από τους κριτές του διαγωνισμού, της Σίλα Χέρινγκ, συνεργάτιδας του Beeck Center for Social Impact and Innovation: «Υπάρχει η αντίληψη ότι οι κοινωνικές επιχειρήσεις είναι χαριτωμένα πρότζεκτ ή φιλανθρωπία τυλιγμένη με φιόγκο, που ονομάζουμε επιχειρήσεις. Κατά την άποψή μου, αυτές είναι οι επιχειρήσεις του μέλλοντος». Θεωρεί δε ότι «θα αλλάξουν τον ορισμό της επιτυχημένης επιχείρησης. Συν τω χρόνω αυτές θα είναι οι επιτυχημένες επιχειρήσεις». Την άποψή της για το μέλλον των κοινωνικών επιχειρήσεων συμμερίζεται ο συνάδελφός της στην κριτική επιτροπή, ιδρυτικό μέλος του συγκροτήματος των Black Eyed Peas και κοινωνικός επιχειρηματίας ο ίδιος, Will.i.am: «Η κοινωνική επιχειρηματικότητα δεν είναι τόσο σέξι όσο η επιχειρηματικότητα, αλλά αυτή θα αλλάξει την κοινωνία». Η Σίλα Χέρινγκ έχει μια συμβουλή και για τους Έλληνες κοινωνικούς επιχειρηματίες: «Αυτό που πάντα λέω είναι: Μη φοβάσαι, ξεκίνα μια επιχείρηση. Σκέψου ένα πρόβλημα που θέλεις να λύσεις και χτίσε μια εταιρεία γύρω από αυτό. Για μένα το κίνητρο πάντα θα είναι ένα κοινωνικό πρόβλημα και πώς θα το λύσουμε. Νομίζω ότι υπάρχει πολύ ανεκμετάλλευτο ταλέντο στη χώρα σας και αυτό θα μπορούσε να διοχετευθεί στην κοινωνική επιχειρηματικότητα». ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ