ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Ενα από τα πρώτα κόλπα του Χάρι Χουντίνι ήταν να ελευθερωθεί από ένα ζευγάρι χειροπέδες. Ο σιδεράς που τις έφτιαξε δούλευε πέντε χρόνια για να τελειοποιήσει τον μηχανισμό ασφαλείας και πράγματι πήρε πάνω από μία ώρα για να αποδράσει ο πολυμήχανος ταχυδακτυλουργός. Στους ώμους του πλήθους που ζητωκραύγαζε, ο βασιλιάς της απόδρασης έκλαιγε.

Ο Αμερικανός διηγηματογράφος Τζορτζ Σόντερς φέρνει συχνά τον Χουντίνι στον νου του. Ο μάγος που έβαζε στον εαυτό του κάθε φορά ένα πιο δύσκολο πρόβλημα. Αν δεν ξεκλείδωνε τις αλυσίδες του θα αποτύγχανε, αν όμως ελευθερωνόταν τότε το πρόβλημα γινόταν κόλπο, παράσταση. Το τελευταίο του βιβλίο και πρώτο του μυθιστόρημα, «Λήθη και Λίνκολν» (μτφρ. Γιώργος - Ικαρος Μπαμπασάκης, εκδ. Ικαρος), του χάρισε το βραβείο Μπούκερ το 2017. Πρόκειται για ένα ταξίδι συναισθημάτων, χιούμορ, αγάπης, μάχης μεταξύ του καλού και του κακού στο «ενδιάμεσο», σε μια πνευματική κατάσταση μεταξύ ζώντων και νεκρών, που εκτυλίσσεται καθώς ο Αβραάμ Λίνκολν επισκέπτεται τον τάφο του μόλις εντεκάχρονου υιού του Γουίλι στο κοιμητήριο της Τζορτζτάουν. Συχνά, ο κ. Σόντερς ένιωθε τον φόβο του Χουντίνι που πάλευε να ελευθερωθεί από τα δεσμά του.

«Αν θέλεις ως καλλιτέχνης να ασχοληθείς με κάτι δύσκολο πρέπει να σκεφθείς νέα κόλπα, τα παλιά δεν θα λειτουργήσουν», μας λέει. «Ιστορικό μυθιστόρημα, ο θάνατος ενός παιδιού, ο Λίνκολν, είναι σαν να λέω “θα γράψω ένα μυθιστόρημα από την οπτική ενός κοτόπουλου”. Στην αρχή θα πεις, χμ, ναι εντάξει, αλλά αν τα καταφέρεις θα είσαι σαν τον Χουντίνι», μας λέει.

Η ανησυχία

Οπως όλα τα πράγματα στη συγγραφική του ζωή, έτσι και το τελευταίο του βιβλίο ξεκίνησε με τα προβλήματα. «Οταν ξεκινάω ένα πρότζεκτ, το μυαλό μου κάνει μία λίστα με προβλήματα, όπως ότι μπορεί να βγει κακό, μπανάλ, κουραστικό και τότε ξέρω ότι έχω ένα πρότζεκτ. Ανησυχούσα αλλά σε αυτό το σημείο της καριέρας μου το να μην ανησυχείς είναι επικίνδυνο. Ξέρω πώς να γράφω μια ιστορία και αυτός είναι ο κίνδυνος», μας λέει.

O Tζορτζ Σόντερς γεννήθηκε το 1958 στο Αμαρίλο του Τέξας, με ελληνική ρίζα από τον προπάππο του που φτάνει ώς την Κρήτη. Μεγάλωσε λίγο έξω από το Σικάγο σε μια οικογένεια με πολύ χιούμορ και αστείες ιστορίες. Σπούδασε μηχανικός και για ένα διάστημα δούλεψε σε μια πετρελαϊκή εταιρεία που τον έστειλε στη Σουμάτρα της Ινδονησίας. Μέχρι το κολέγιο δεν είχε βγει από τις ΗΠΑ και τα ταξίδια που έκανε μετά άλλαξαν τις απόψεις του και από συντηρητικός μετακινήθηκε στο πολιτικό φάσμα της αμερικανικής Αριστεράς. Το 1986, σε ηλικία 28 ετών, έγινε δεκτός στο πρόγραμμα δημιουργικής γραφής του Πανεπιστημίου Σίρακιουζ με δάσκαλό του και μέντορα τον συγγραφέα Τομπάιας Γουλφ.


Για τον Αβραάμ Λίνκολν συζητούν τα πνεύματα των νεκρών στο μυθιστόρημα του Σόντερς.

Πίνοντας μικρές γουλιές καφέ από το χάρτινο ποτήρι, ντυμένος με ένα σκουρόχρωμο κοντομάνικο πουκάμισο και μαύρο παντελόνι που ανασηκώνει συχνά –ξέχασε να πακετάρει τις ζώνες του– νευρικός και χειμαρρώδης μιλάει για την εποχή του Σίρακιουζ, τις ιστορίες του Τσέχοφ, τον θαυμασμό του για τον Ερνεστ Χέμινγουεϊ, τον Ρέιμοντ Κάρβερ και την εικόνα που είχε για το τι εστί συγγραφέας. «Ημουν νέος και νόμιζα ότι ο συγγραφέας έπρεπε να είναι σκληρός, μεθυσμένος, ασυμβίβαστος και ο Τόμπι (σ.σ. Τομπάιας Γουλφ) δεν ήταν τίποτα από αυτά. Ηταν σκληρός αλλά γλυκός και απλώς τον παρατηρούσα με την οικογένειά του, πως ερχόταν και έκανε ένα υπέροχο μάθημα, που έγραφε τις όμορφες ιστορίες του και κάτι σε όλο αυτό ήταν απελευθερωτικό. Μπορούσες να είσαι ο εαυτός σου, έπρεπε απλώς να έχεις μια αυθεντική ιδέα», μας λέει.

Ο κ. Σόντερς διδάσκει σήμερα στο Πανεπιστήμιο Σίρακιουζ, στο πρόγραμμα δημιουργικής γραφής, τους φερέλπιδες Αμερικανούς συγγραφείς. Κάθε χρόνο γίνονται περίπου 650 αιτήσεις για μόλις έξι θέσεις και τον ρωτάμε για την παράδοση των Αμερικανών συγγραφέων στη μικρή φόρμα του διηγήματος. Στην Αμερική των «πραγματιστών», μας λέει, υπάρχει μια παράδοση εναντίον των διανοουμένων που κάνει τους νέους συγγραφείς να νιώθουν άβολα με τα μεγάλα θέματα της λογοτεχνίας, ένας παράγοντας, επισημαίνει, που ευνόησε την ανάπτυξη του διηγήματος. «Νιώθουν καλύτερα με την πρακτική του Χέμινγουεϊ, να φτιάχνουν κάτι μικρό και όμορφο και να αφήνουν την αλήθεια να πετάγεται από μέσα. Ο άλλος λόγος είναι οικονομικός. Τα προγράμματα δημιουργικής γραφής είναι μια μεγάλη ευκαιρία για τους νέους συγγραφείς να απολαύσουν μερικά χρόνια ελευθερίας και ευνοούν τις μικρές ιστορίες, λειτουργούν καλύτερα στη μικρή φόρμα», τονίζει.


Ο Γουίλι και ο Τοντ, γιοι του Λίνκολν, με τον εξάδελφό τους Λόκγουντ Τοντ. Τον θάνατο του μικρού Γουίλι θρηνεί ο Λίνκολν στο βιβλίο.

Ο Τζορτζ Σόντερς θεωρείται ένας από τους σπουδαιότερους σύγχρονους Αμερικανούς διηγηματογράφους, ωστόσο ο ίδιος διώχνει από πάνω του τα «μεγάλα ζητήματα» που απασχολούν άλλους συγγραφείς και μένει «σιωπηλός» όταν συνάδελφοί του μιλούν για «ιδέες». «Συγγραφείς όπως ο Ροθ μπαίνουν από την μπροστινή πόρτα και αλλάζουν το σπίτι. Εγώ μπαίνω από το παράθυρο του υπογείου και αλωνίζω εκεί μέσα. Είμαι σαν τον κλέφτη, κοιτάω το σπίτι και σκέφτομαι από ποιο παράθυρο μπορώ να τρυπώσω. Νομίζω μπορώ να συνεισφέρω κάτι σχετικά με ταξικά ζητήματα. Εχω γράψει γι’ αυτό και θα ξαναγράψω. Προέρχομαι από μια οικογένεια μεσαίας τάξης, στα 20 μου έζησα πιο χαμηλά και νομίζω καταλαβαίνω αρκετά σ’ αυτό το θέμα που είναι σημαντικό και έχει παραμεληθεί. Αλλά όταν βλέπω συγγραφείς όπως ο Ροθ, ο Γουάλας, ο Φλάνερι Ο’ Κόνορ, νομίζω είναι απλά υπέροχοι. Εγώ κάνω παιχνίδι σε ένα πιο χαμηλό επίπεδο αλλά το κάνω με πάθος και ίσως μπορώ να προσφέρω κάτι», μας λέει.

Η δημόσια σιωπή του, ωστόσο, εξαφανίζεται όταν μπαίνει σε διαδικασία συγγραφής, όπου θέτει τα ερωτήματα χωρίς να γνωρίζει εκ των προτέρων τις απαντήσεις. Ετσι το «Λήθη και Λίνκολν» αγγίζει ζητήματα που βρίσκονται στην καρδιά της Αμερικής, όπως της δουλείας και του ρατσισμού τοποθετώντας στην αφήγηση μαύρους νεκρούς, θαμμένους σε έναν απομονωμένο μαζικό τάφο. «Δεν ήθελα να ασχοληθώ αρχικά με τη δουλεία, το θεωρούσα δύσκολο για μένα. Αλλά μετά σκέφτηκα ότι είμαστε στον Εμφύλιο, υπάρχει ο Λίνκολν, χρειάζονται μερικές μαύρες φωνές. Υστερα γίνεται μηχανικά, πού βρίσκονται, γιατί δεν επιτρέπεται να είναι με τους άλλους, γιατί υπάρχει ένα σύνορο, ξαφνικά έχεις όλες τις ιστορίες τους. Αν ξεκινήσεις αυτή τη διαδικασία και αποφασίσεις να είσαι ειλικρινής, ο κόσμος θα πλημμυρίσει στο βιβλίο σου είτε το θέλεις είτε όχι», τονίζει.

«Οι ιδέες του ανθρωπισμού και της καλοσύνης δεν υπάρχουν»

Ο Αβραάμ Λίνκολν είναι κάτι σαν τον Ιησού για την αμερικανική πολιτική ιστορία και όχι μόνον. Πρόκειται για μια αναγνωρίσιμη φιγούρα σε όλο τον κόσμο, που διαχειρίστηκε τις τύχες της Ενωσης στον αμερικανικό εμφύλιο, κατήργησε τη δουλεία, εκσυγχρόνισε την οικονομία, το πρόσωπό του βρίσκεται ακόμη σε αφίσες, μπλούζες και στα αμερικανικά χαρτονομίσματα. Ο θάνατος του μικρού Γουίλι, του τρίτου παιδιού της οικογένειας, από τυφοειδή πυρετό, σημάδεψε τον Λίνκολν, ο οποίος επισκέφθηκε μόνος του τον τάφο του παιδιού μετά την κηδεία του.


Πεσόντες του αμερικανικού εμφυλίου στο πεδίο της μάχης. Πολλά φαντάσματα της αμερικανικής ιστορίας συνωστίζονται στο «Λήθη και Λίνκολν» του Σόντερς.

Η ιδέα να γράψει με αφορμή το τραγικό περιστατικό γυρόφερνε στο μυαλό του Τζορτζ Σόντερς για 20 χρόνια. «Υπάρχει μια στιγμή αλήθειας που συνειδητοποιείς ότι αντιστέκεσαι σε κάτι επειδή είναι δύσκολο. Αν το κάνεις αυτό σημαίνει το τέλος της καριέρας σου. Εμπιστεύθηκα το συναίσθημα του τρόμου που αισθανόμουν, αυτό που νιώθεις όταν βλέπεις ένα όμορφο άτομο και φοβάσαι να του μιλήσεις», μας λέει.

Η έκδοση του βιβλίου συνέπεσε με την εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ και ενώ ο ίδιος φοβόταν ότι το βιβλίο θα κρινόταν ως υπερπατριωτικό (πίστευε ακράδαντα στην εκλογή της Χίλαρι Κλίντον), ο κόσμος είδε με άλλη ματιά τον Λίνκολν και την Αμερική. «Σαν να έλεγαν “κοίτα αυτό το ωραίο πράγμα που είχαμε, το πήραμε για δεδομένο και τώρα αλλάζει”».

Οι ιστορικές πηγές συνυπάρχουν με τα φαντάσματα, που δίνουν το ιδιαίτερο χρώμα του βιβλίου, τη συγκίνηση και το χιούμορ. Αρέσουν στον συγγραφέα διότι υπενθυμίζουν ότι ο κόσμος φαίνεται ολοκληρωμένος «επειδή οι αισθήσεις μας είναι περιορισμένες».

Η απώλεια και η διαχείριση του πένθους διατρέχει το βιβλίο του κ. Σόντερς και στην ερώτηση εάν η αντιμετώπιση του θέματος μέσα από το μυθιστόρημα τον βοήθησε να συμφιλιωθεί με την ιδέα της θνητότητας, η απάντηση έρχεται αβίαστα: «Μόνο επειδή δεν συνέβη σε εμένα!».

Νευρωτικός και νευρικός

Πριν από χρόνια σε μια πτήση ρουτίνας, η μία μηχανή του αεροσκάφους στο οποίο επέβαινε ο κ. Σόντερς έπαθε βλάβη και έσβησε στον αέρα. «Το μόνο που θυμάμαι είναι να λέω “όχι, όχι, όχι, όχι”, σαν να ήθελα να πάω πίσω στον χρόνο και ο κόσμος να έλεγε όχι, δεν δουλεύει έτσι το πράγμα», σημειώνει. Δεν έχει συμφιλιωθεί με πολλά πράγματα γενικά, παραμένει νευρωτικός και νευρικός, λέει, ενώ όσο μεγαλώνει καταλαβαίνει ότι αν φτάσει μέχρι το τέλος χωρίς βαριές απώλειες, υγεία και κάποια αίσθηση εκπλήρωσης, «είναι καθαρή τύχη, δεν είναι κάτι που το κερδίζεις».

Η «διαβρωτική ιδέα» του αμερικανικού καπιταλισμού συμπυκνώνεται, τονίζει, στον απλουστευμένο συλλογισμό ότι αν έχεις ένα ωραίο αυτοκίνητο το κέρδισες, αν δεν έχεις τότε είναι δικό σου το πρόβλημα. «Δεν υπάρχει οίκτος σε αυτήν τη λογική· η αίσθηση ότι όλα μπορούν να συμβούν στον καθένα. Αυτό ισχύει και στις πολιτικές της Αμερικής, αν είσαι άτυχος υπάρχει η αίσθηση πως η ευθύνη είναι μόνο δική σου», σημειώνει.

Μεγαλωμένος με τις διδαχές της Καθολικής Εκκλησίας σε μιαν εποχή που η ιδέα του πνευματικού ανθρώπου ερχόταν πρώτη, βλέπει σήμερα τον κόσμο να αποστρέφεται την πνευματικότητα. «Στη διάρκεια της ζωής μου είδα τον υλισμό να κερδίζει την πνευματικότητα», σημειώνει ο κ. Σόντερς ο οποίος έχει στραφεί στις διδαχές του βουδισμού. Η τυφλή πίστη στο σύνθημα «Πρώτα η Αμερική» είναι κάτι τρομακτικό, επισημαίνει. «Οι ιδέες που θα έπρεπε να ακολουθούν, του ανθρωπισμού, της καλοσύνης, της πνευματικότητας, δεν υπάρχουν. Δεν εννοώ μόνο τον Τραμπ, όλη η κυβέρνηση είναι έτσι. Αυτό δεν δείχνει κάποια σοβαρή κουλτούρα», καταλήγει.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ