ΠΟΛΗ

Το χρώμα της νεοκλασικής Αθήνας στην οδό Ακομινάτου

ΝΙΚΟΣ ΒΑΤΟΠΟΥΛΟΣ

Ακομινάτου 54. Ερειπωμένο νεοκλασικό σπίτι, στο οποίο διασώζεται το αρχικό χρώμα στον όροφο.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΠΤΥΧΕΣ

Σ​​τους ξεχασμένους δρόμους της πόλης, στους δρόμους, δηλαδή εκείνους, που δεν αναφέρονται όταν μιλάμε για την τουριστική ανάπτυξη της πόλης, ενδέχεται να δει κανείς τα σπαράγματα μιας ομορφιάς που έχει προ πολλού αποσυρθεί. Τη βλέπω συχνά σε ποικίλες μορφές και τελευταία αναζητώ ολοένα και πιο επίμονα τα θραύσματα από τα χρώματα στα νεοκλασικά σπίτια. Πάντα στέκομαι με δέος μπροστά σε αυτά τα ίχνη, που, αυτομάτως, με οδηγούν συνειρμικά στον Τσαρούχη και στον κόσμο που ο ίδιος γεννούσε.

Θα πίστευε κανείς ότι έπειτα από δεκαετίες κατεδαφίσεων της πόλης του 19ου αιώνα, μια διαδικασία που ξεκίνησε πολύ πιο νωρίς από την επικρατούσα άποψη, και έπειτα από όλη αυτή τη σωρευμένη αδιαφορία για ζητήματα κάλλους και απλότητας μέσα στην πόλη, όλα αυτά τα λεπταίσθητα ίχνη θα είχαν ολοκληρωτικά σαρωθεί.

Είδα ένα έντονο λουλακί στον πάνω όροφο της Ακομινάτου 54, στον Αγιο Παύλο. Εμοιαζε με μία κάθετη λωρίδα, που τρεμόσβηνε με ένταση και θαμπάδα. Είχα αρχίσει να πλησιάζω αυτό το έρημο σπίτι γιατί από μακριά φαινόταν κάτι ιδιαίτερο και η γενική εντύπωση γινόταν ολοένα και πιο δραματική καθώς διαπίστωνα ότι το σπίτι, γνήσιο νεοκλασικό της εποχής της ακμής, ήταν ένα κουφάρι. Εστεκε, ένας Θεός ξέρει πώς, στηρίζοντας το ίδιο τον εαυτό του, ξεσκέπαστο, συλημένο, διασυρμένο. Παρά την αξιοθρήνητη κατάστασή του, καταύγαζε φως, γιατί ο ήλιος τρύπωνε παντού, έλουζε τα δοκάρια και τις πέτρες, έκαιγε τα ντουβάρια που κάποτε ακουμπούσαν πάνω τους μπουφέδες και ντουλάπες, ίσως και κάποια βιβλιοθήκη (αυτόματα σκέφτηκα έναν έφηβο να περιεργάζεται τα παλιά βιβλία του παππού του). Αλλά, όλα αυτά τα γεννούσε αυθαίρετα η φαντασία μου. Αυτό που έβλεπα ήταν μία τραυματισμένη ευγενή μορφή, σαν λαβωμένο ζώο, που έσερνε τις τελευταίες ημέρες του βίου του.

Αλλά, να, που τα τέσσερα παράθυρα του ορόφου, με τις δωρικές παραστάδες, κάτω από τον θριγκό και τη φρίζα με τα σκόρπια ακροκέραμα, όριζαν έναν κόσμο. Μέσα από τα παράθυρα έβλεπα τον ουρανό και χαλάσματα από τους τοίχους της τραπεζαρίας, ενδεχομένως, ή του μεγάλου δωματίου για όλες τις δουλειές. Ο εξώστης είχε απλότητα, στολισμένος με τους έλικες εκείνης της νεοκλασικής αυστηρότητας, αλλά το βλέμμα μου ήταν ήδη απασχολημένο με τις λάμψεις του χρώματος που μπορούσα ακόμη να διακρίνω αριστερά και δεξιά στις γωνιακές παραστάδες.

Ηταν εκείνο το βαθύ μωβ-γαλάζιο, το λουλακί της νεοκλασικής Αθήνας, με εκείνη τη διαφάνεια του υδροχρώματος και την ευγένεια μιας γνώσης που πήγαινε από πατέρα σε γιο και από μάστορα σε παραγιό. Κοιτούσα με συγκίνηση αυτά τα σπαράγματα ομορφιάς, σαν κτερίσματα κενοταφίου, και ήταν τόση η ένταση που έβγαινε από αυτές τις απρόσμενες λίμνες του χρώματος ώστε κάθε άλλη σκέψη πήγαινε στην άκρη. Ηταν προδεδικασμένο το τέλος αυτού του αντίκριζα και ίσως η επίγνωση των τελευταίων ημερών αυτής της προέκτασης του παρελθόντος στο παρόν ενέτεινε την εντύπωση του ταφικού μνημείου.

Κλωθογύριζα στο μυαλό μου, αυτά τα χρωματικά ίχνη, άλλοτε στο βαθύ γαλάζιο της Αθήνας, άλλοτε σε εκείνη την τερακότα της Πομπηίας, ενίοτε στο βαθύ λουλακί της αρχαίας τέχνης, όπως αυτό που είχα αντίκρυ μου. Ολα εντοπίζονταν σαν σπαράγματα, σαν χάρτες ματαιοπονίας. Οι ροδαλοί σοβάδες που έσκαζαν σε προσόψεις που κρατούσαν από το 1880, ή εκείνοι οι θριγκοί, βαμμένοι σε θαλασσιά μονοκοντυλιά, όριζαν εκείνο το απροσδιόριστο που έκανε την Αθήνα μοναδική. Είχα εμπρός μου αυτό το ίχνος χρώματος, το ξανακοιτούσα, και ήμουν στην οδό Ακομινάτου 54.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

 

 

 Πτυχές 
 

Δείτε τις διαδρομές του Ν. Βατόπουλου στο διαδραστικό χάρτη