Τασούλα Καραϊσκάκη ΤΑΣΟΥΛΑ ΚΑΡΑΙΣΚΑΚΗ

Η απέραντη γοητεία της πλάνης

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Η ​​γοητεία που ασκείται στο κοινό από ένα δημόσιο πρόσωπο δεν έχει να κάνει με τη ρητορική δεινότητα και την πολιτική ευφυΐα του, με την εντιμότητα των προθέσεων και τον καθαρό πολιτικό του λόγο. Από τις περιπτώσεις του Μπερλουσκόνι και του Τραμπ ώς του προφυλακισμένου Σώρρα, επιβεβαιώνεται ότι άλλα κινητοποιούν την αυθαίρετη πίστη σε μορφές θολές.

Ενα από αυτά είναι το ψέμα. Από τους ομηρικούς μέχρι τους ρωμαϊκούς χρόνους και από τον Μεσαίωνα μέχρι σήμερα χρησιμοποιείται ως βασικό όπλο από μεγάλους της Ιστορίας. Πάνω στο ψέμα, που μηχανεύτηκαν ηγέτες ώστε να άρουν την ενοχή τους για θηριωδίες ή να κολακεύσουν τα πλήθη, χτίστηκαν αυτοκρατορίες. Με αναληθή γεγονότα, που πλάστηκαν όχι με αθώες προαιρέσεις αλλά με δόλιες κακόβουλες προθέσεις, διαμορφώθηκαν συνειδήσεις. Με μύθους που σφετερίστηκαν αλλότριες ιστορίες και απέβησαν εθνική ταυτότητα, συγκροτήθηκαν κράτη.

Το ψέμα που χτίζει παλάτια δεν έχει να κάνει με τη σιβυλλική γλώσσα της δελφικής αμφισημίας, για την επιβίωση ή τη διπλωματία, αλλά με τη βίαιη διαστροφή της αλήθειας από άτομα σε διπλούς ρόλους· ηγέτες διπρόσωπους, που δείχνονται δημοκρατικοί, όμως στην πράξη είναι αυταρχικοί ή δουλοπρεπείς και ετεροκίνητοι· πολιτικούς που επιτίθενται στον αντίπαλο προκειμένου να τον μειώσουν ηθικά και να τον κατεδαφίσουν κοινωνικά.

Και το κοινό, γιατί πείθεται; Κυρίως γιατί λησμονεί. Είναι το μυστικό της αντοχής μας. Αν προχωράμε μέσα στο μαρτύριο των διαψεύσεων και των δεινών είναι γιατί διαγράφουμε οδύνες, αγωνίες, υποβαθμίζουμε συμφορές που δεν μας αγγίζουν, χαρακτηρίζουμε θεμιτές πλήθος συμφορές· αλλιώς η δυστυχία και η απόγνωση θα ήταν η μόνη σταθερά στο εσωτερικό μας σύμπαν. Αντλούμε τη δύναμή μας από όσα ξεχνάμε και από όσα επιλεκτικά ανακαλούμε (διηγήσεις που τονώνουν το φρόνημα και τον ηρωισμό μας), από την ψευδή αντίληψη του κόσμου που σχηματίζει η καρδιά. Μέσα σ’ αυτόν, ο πλαστός, ο εντέχνως ενδεδυμένος αναληθής πολιτικός λόγος βρίσκει εύκολα θέση και γίνεται συχνά άκριτα αποδεκτός. Η επιστημονική φιλαλήθεια δεν συγκινεί τα πλήθη. Τα κινητοποιούν οι αφηγήσεις για οικονομική ανακούφιση, μελλοντική τακτοποίηση και ευφροσύνη· οι πληθωρικές υποσχέσεις για ιατήριες παροχές, που απεμπλέκουν εσωτερικά, ακόμη ίσως και τον λάτρη του ορθού λόγου, από τα δόκανα της απογοήτευσης, του φόβου, της ανάγκης.

Αλλο όπλο στα χέρια των εκ πεποιθήσεως αμοραλιστών και αφερέγγυων ψευδολόγων, που παρουσιάζονται ως κήρυκες της ηθικής και ως θαυματουργοί άγιοι, είναι ο φανατισμός με τον οποίο διεγείρονται τα πλήθη, ιδιαίτερα σε εποχές τρομακτικών αντιφάσεων οι οποίες γεννούν παραδοξότητες και αυξάνουν τον αριθμό εκείνων που πιστεύουν σε ψεκασμούς και συνωμοσίες. Ο λαοπλάνος υψώνει το ακροατήριό του στη θέση του ηθικά αμόλυντου ενωμένου λαού, ο οποίος αντιτάσσεται στις διεφθαρμένες ελίτ, στους ετερόδοξους, στους ξένους και «έχει πάντα δίκιο» – κάτι εξόχως ελκυστικό. Ο φανατικός δεν έχει ερωτήσεις, ξέρει όλες τις απαντήσεις. Χαλκεύει είδωλα στα οποία παραδίδεται πυρετικά, ονειρεύεται ηρωικούς ρόλους σε ανηλεείς αναμετρήσεις. Εξαιρετικά επικίνδυνες προδιαθέσεις, καθώς δεν υπάρχουν «αλυσίδες», μόνο μια «πίστη» αγκυροβολημένη στο αλάνθαστο, η φρικιαστική απεραντοσύνη του δυνατού κι ένας ηγέτης που εμφανίζει τους αντιπάλους ως δόλια όντα και ντύνει τη βαρβαρότητα με τον μανδύα της σωτηρίας.

Δημαγωγός και λαός συνήθως συμπορεύονται αλληλοεξαρτώμενοι από συμφέροντα υποκείμενα στην ιδιοτέλεια και την υστεροβουλία. Εκείνοι κυκλοθυμικοί, συχνά σε παραλογισμό και σε τύφλωση. Εκείνος κόλακας του λαού, λαοφιλής (συμμορφώνεται με ό,τι απαιτεί το «λαϊκό πάθος»), κινδυνολόγος, συκοφάντης κάθε υπαρκτού ή κατασκευασμένου αντιπάλου, χρησιμοποιεί τη σύγκρουση ως μέσο για την πολιτική επιβίωσή του.

Οι ρητορείες του σκιάζουν την απλότητα της αλήθειας, ωστόσο πλανεύουν με ένα σωρό υποσχέσεις (τα όρια των τύπων δεν εμπόδισαν ποτέ την κραιπάλη των αυθαίρετων αξιώσεων), διαστρεβλώνοντας την αυτονόητη ροή των πραγμάτων.

Η βάναυση αμφισημία της ζωής απαιτεί την ανά πάσα στιγμή κυριαρχία της κρίσης.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ