ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Στην τελική ευθεία η αναδιάρθρωση δανεισμού και για τη Χαλυβουργία Ελλάδος

ΗΛΙΑΣ ΜΠΕΛΛΟΣ

Ο συνολικός δανεισμός της Χαλυβουργίας Ελλάδος ανέρχεται σε 300 εκατ. ευρώ.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Ολοκληρώθηκαν οι διαπραγματεύσεις της Χαλυβουργίας Ελλάδος συμφερόντων της οικογενείας Μάνεση με τις πιστώτριες τράπεζες για την αναδιάρθρωση συνολικού δανεισμού της τάξης των 300 εκατ. ευρώ μέσω επιμήκυνσης και περιορισμού του κόστους εξυπηρέτησης και χωρίς νέα κεφάλαια, σύμφωνα με πληροφορίες της «Κ».

Αν και η τελική υπογραφή συμβάσεων δεν έχει ακόμα γίνει όλα δείχνουν πως κλείνει ακόμα ένα κρίσιμο μέτωπο στον κλάδο, γεγονός που αποδίδεται τόσο στο επιχειρησιακό πλάνο που υιοθέτησε και εφάρμοσε η επιχείρηση σε συνεννόηση με τις τράπεζες όσο και στη βελτίωση των συνθηκών κυρίως στη διεθνή και λιγότερο στην εγχώρια αγορά. Πάντως, η βελτίωση διεθνώς χαρακτηρίζεται ως συγκυριακή και όχι απαραίτητα σταθερή. Πηγή ανησυχίας είναι η επιβολή δασμών από τις ΗΠΑ στις εισαγωγές χάλυβα από τρίτες χώρες. Με δεδομένο πως η αμερικανική αγορά είναι ελλειμματική, η επιβολή δασμών οδήγησε σε αύξηση των τιμών και των Αμερικανών παραγωγών. Ετσι, στο πρώτο διάστημα του 2018 –περίοδος που δεν υφίσταντο κυρώσεις για την Ελλάδα– ελληνικές χαλυβουργίες, της επιχείρησης του ομίλου Μάνεση συμπεριλαμβανομένης, επέτυχαν να κάνουν εξαγωγές στις ΗΠΑ διευρύνοντας τον κύκλο εργασιών τους παρά τα επιπρόσθετα κόστη της μεταφοράς. Οταν όμως οι δασμοί επεκτάθηκαν και στις ευρωπαϊκές χώρες, τα πράγματα περιπλέχθηκαν.

Οι διοικήσεις των επιχειρήσεων εξηγούν πως ακόμα και σήμερα είναι δυνατή η κερδοφόρα εξαγωγή ελληνικού χάλυβα και προϊόντων του στις ΗΠΑ, καθώς έχει κατακτηθεί σημαντική ανταγωνιστικότητα στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια ενώ οι τιμές στις ΗΠΑ είναι υψηλές. Επιπλέον, η αναμενόμενη προς τα τέλη Ιουλίου αντίδραση της Ε.Ε. με τη λήψη μέτρων, ώστε να προστατευθεί η ευρωπαϊκή αγορά από την πλημμύρα εισαγωγών (dumping) από τρίτες χώρες που δεν μπορούν πλέον να εξάγουν στις ΗΠΑ, θα βελτιώσει τις συνθήκες.

Σε κάθε περίπτωση η διαφαινόμενη εξυγίανση της ελληνικής χαλυβουργίας αποτελεί ούτε λίγο ούτε πολύ ένα θαύμα αν αναλογιστεί κάποιος πως το 2007 η ζήτηση στην Ελλάδα για μπετοσίδερο, το σημαντικότερο προϊόν χάλυβα και δείκτη δραστηριότητας της ευρύτερης αγοράς, άγγιζε τα 2,3 εκατ. τόνους και το 2017 έκλεισε με μόλις 350.000 τόνους μπετοσιδήρου. Εάν δεν ξεκινήσουν μεγάλα έργα όπως το Ελληνικό, το νέο αεροδρόμιο στο Ηράκλειο της Κρήτης, η γραμμή 4 του μετρό ή οι επεκτάσεις οδικών αξόνων, πιθανότατα θα δούμε νέα χαμηλά, εκτιμούν στελέχη της βιομηχανίας. Μοναδική διέξοδος για την ελληνική παραγωγή χάλυβα είναι οι εξαγωγές. Και σε αυτές έχουν στραφεί οι δύο εναπομείνασες ελληνικές χαλυβουργίες, των ομίλων Στασινόπουλου και Μάνεση. Ομως για να μπορέσει οποιοσδήποτε να εξάγει σε τρίτες χώρες, για τις αγορές των οποίων συναγωνίζονται και άλλοι παραγωγοί από την Ευρώπη και όχι μόνον, πρέπει να είναι ανταγωνιστικός. Και στον χάλυβα το κόστος παραγωγής διαμορφώνεται από την τιμή της ενέργειας –που χρησιμοποιείται για να λιώσει το σκραπ– και την τιμή του ιδίου του σκραπ, των προς ανακύκλωση παλιοσίδερων (στην Ελλάδα δεν υπάρχουν μονάδες που να χρησιμοποιούν πρώτη ύλη ορυκτό σιδηρομετάλλευμα). Τα εργατικά κόστη είναι αμελητέα μπροστά στις δύο αυτές γραμμές κόστους. Ομως ακόμα και το σκραπ που απαιτείται για να παραχθεί χάλυβας πρέπει να εισαχθεί. Οι ποσότητες σκραπ που αποδίδει η ελληνική οικονομία είναι πλέον ανεπαρκείς, καθώς η ύφεση έφερε μείωση της κατασκευαστικής δραστηριότητας και των επενδύσεων ανανέωσης εξοπλισμού των βιομηχανιών, που αυτομάτως μεταφράζεται σε λιγότερα παλιοσίδερα από τα παλαιά κτίρια και μονάδες. Αλλά η εισαγωγή σκραπ μετάλλου από το εξωτερικό κοστίζει. Ομως δεν είναι αυτός ο μεγαλύτερος πονοκέφαλος των χαλυβουργών. Το μείζον ζήτημα είναι το κόστος της ηλεκτρικής ενέργειας που χρησιμοποιούν για να λιώσουν το σκραπ.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ