ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Πονοκέφαλος για ΔΕΗ και επενδυτές η εκτίναξη του κόστους των ρύπων

ΧΡΥΣΑ ΛΙΑΓΓΟΥ

Η ΔΕΗ, σε συνεργασία με το υπουργείο Ενέργειας, αναζητεί κίνητρα σε αντιστάθμιση του υψηλού επενδυτικού ρίσκου για να πετύχει ο διαγωνισμός και να εισπράξει το μέγιστο δυνατό τίμημα.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Δύο μήνες έχουν στη διάθεσή τους οι υποψήφιοι επενδυτές για να «ξεσκονίσουν» τα οικονομικά στοιχεία των λιγνιτικών μονάδων Μελίτη 1 και Μεγαλόπολη 3 και 4, αν και όλοι γνωρίζουν ότι η επίσκεψη στα data rooms δεν πρόκειται να διαφοροποιήσει σημαντικά την αρχική εκτίμηση περί αρνητικής έως πολύ υψηλού ρίσκου επένδυσης.

Ο βασικός παράγων εξάλλου που επηρεάζει τη βιωσιμότητα των μονάδων είναι εξωγενής και ακούει στο όνομα CO2, το κόστος του οποίου, από 5 ευρώ ο τόνος πέρυσι τέτοια εποχή, έχει εκτοξευθεί στα 15,70 ευρώ ο τόνος, με τις εκτιμήσεις διεθνών αναλυτών να το ανεβάζουν στα 25-30 ευρώ μέσα στα επόμενα χρόνια. Ο προβληματισμός για το κόστος των ρύπων του διοξειδίου του άνθρακα (CO2) είναι κοινός για τους υποψήφιους επενδυτές, αλλά και για τη διοίκηση της ΔΕΗ, η οποία σε συνεργασία με το υπουργείο Ενέργειας αναζητεί κίνητρα σε αντιστάθμιση του υψηλού αυτού επενδυτικού ρίσκου για να πετύχει ο διαγωνισμός και να εισπράξει το μέγιστο δυνατό τίμημα.

Ο ίδιος ο κ. Παναγιωτάκης εξάλλου έχει συνδέσει την επιτυχή έκβαση του διαγωνισμού με τα ποσοστά συμμετοχής του λιγνίτη στην ηλεκτροπαραγωγή τα επόμενα χρόνια και την ένταξη των λιγνιτικών μονάδων στον Μόνιμο Μηχανισμό Επάρκειας Ισχύος, που σημαίνει την ετήσια αποζημίωσή τους έναντι της διαθεσιμότητας ισχύος που παρέχουν στο σύστημα. Και τα δύο θέματα είναι σε εκκρεμότητα και μένει να φανεί εάν τελικά οι προσπάθειες της διοίκησης της ΔΕΗ να καταστήσει ελκυστικό το χαρτοφυλάκιο για τους επενδυτές θα ευοδωθούν μέχρι και τον Οκτώβριο που θα κατατεθούν οι δεσμευτικές προσφορές.

Προς το παρόν πάντως, η πρόσκληση του κ. Παναγιωτάκη προς τη βιομηχανία να προσέλθει στον διαγωνισμό για να διασφαλίσει φθηνό κόστος ρεύματος, αν και εισακούσθηκε, φαίνεται να οδηγεί στα αντίθετα αποτελέσματα. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι στον διαγωνισμό ενδιαφέρον από πλευράς της βιομηχανίας έχει εκφράσει η ΕΛΒΑΛΧΑΛΚΟΡ και εμμέσως η «Αλουμίνιον της Ελλάδος», αφού μη δεσμευτικό ενδιαφέρον έχει δηλώσει η μητρική εταιρεία «Μυτιληναίος Α.Ε.». Το βασικό επιχείρημα ότι για την ενεργοβόρο βιομηχανία, αλλά και για όποιο επενδυτικό σχήμα με τη συμμετοχή της βιομηχανίας, βελτιώνεται η βιωσιμότητα των προς πώληση λιγνιτικών μονάδων λόγω της αντιστάθμισης των CO2 σε ποσοστό 80% δεν επιβεβαιώνεται, πολύ περισσότερο δε ότι η βιομηχανία ως αγοραστής κάποιας λιγνιτικής μονάδας θα διασφαλίσει χαμηλότερο κόστος ρεύματος από αυτό που προμηθεύεται σήμερα από τη ΔΕΗ.

H βιομηχανική αντιστάθμιση ρύπων κατά 80% υπολογίζεται επί του εθνικού αποτυπώματος και όχι επί του συγκεκριμένου σταθμού που κάποιος αγοράζει. Το εθνικό αποτύπωμα είναι πολύ χαμηλότερο και συγκεκριμένα 0,50 τόνοι ανά μεγαβατώρα, όταν για παράδειγμα το περιβαλλοντικό αποτύπωμα της Μεγαλόπολης 3 είναι 2 τόνοι ανά μεγαβατώρα και το συνολικό αποτύπωμα της ΔΕΗ 1 τόνος ανά παραγόμενη μεγαβατώρα, κι αυτό γιατί έχει ένα μείγμα καυσίμου που περιλαμβάνει και φυσικό αέριο με χαμηλότερο αποτύπωμα από τον λιγνίτη όπως και υδροηλεκτρικά με μηδενικό αποτύπωμα.

Με τιμή CO2 στα 15,70 ευρώ ο τόνος, το κόστος ρύπων για τη Μεγαλόπολη 3 είναι (15,70 επί 2 τόνοι/Mwh) 31,4 ευρώ ανά παραγόμενη μεγαβατώρα. Η αντιστάθμιση επ’ αυτού (80%) υπολογίζεται σε 25,12 ευρώ ανά μεγαβατώρα και το τελικό κόστος, εάν αφαιρεθεί αυτό το ποσό που γλιτώνει η βιομηχανία (31,40-25,12), σε 6,28 ευρώ ανά μεγαβατώρα.

Στην περίπτωση που κάποια βιομηχανία αγοράσει τη Μεγαλόπολη 3, η αντιστάθμιση θα υπολογιστεί με βάση το εθνικό αποτύπωμα (0,50 επί 15,70) που διαμορφώνεται στα 7,85 ευρώ η μεγαβατώρα, δηλαδή στα 6,28 ευρώ. Ετσι το τελικό κόστος για τη βιομηχανία της Μεγαλόπολης 3 διαμορφώνεται στα (31,40-6,28) 25,12 ευρώ η μεγαβατώρα, δηλαδή 19,84 ευρώ η μεγαβατώρα υψηλότερα.

Για να αγοράσει δηλαδή η βιομηχανία τη Μεγαλόπολη 3, θα πρέπει να πληρώσει το CO2 ακριβότερα κατά 19,84 ευρώ τη μεγαβατώρα, αφού ο διαγωνισμός δεν της επιτρέπει να αντισταθμίσει το 80% του κόστους των ρύπων όπως σε όλη την Ευρώπη. Αρκεί να σημειωθεί ότι οι 2 μεγαλύτεροι καταναλωτές, «Αλουμίνιον» και ΒΙΟΧΑΛΚΟ, με σύνολο κατανάλωσης 4,5 εκατ. μεγαβατώρες ετησίως, θα επιβαρυνθούν με 89,28 εκατ. ευρώ ετησίως από αυτή την «παράβλεψη» του διαγωνισμού.

Αυτό σημαίνει ότι για τη βιομηχανία η προμήθεια ρεύματος από τη ΔΕΗ παραμένει μονόδρομος. Το ακόμη πιο ανησυχητικό συμπέρασμα από το παράδειγμα της Μεγαλόπολης 3 είναι ότι το κόστος CO2 για οποιονδήποτε εκτός ΔΕΗ τη λειτουργήσει θα διπλασιαστεί, αφού σήμερα υπολογίζεται βάσει του συνολικού αποτυπώματος της ΔΕΗ που περιορίζεται στο ήμισυ σε σχέση με αυτό της Μεγαλόπολης 3. Αυτό δεν οδηγεί σε μείωση του κόστους ρεύματος για τη βιομηχανία αλλά αντίθετα σε αύξηση, εξέλιξη απολύτως εύλογη όταν επιχειρείται χάραξη βιομηχανικής πολιτικής με εργαλεία της προηγούμενης δεκαετίας.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ