ΚΟΣΜΟΣ

Αποψη: Η μάχη μερκρονισμού - ορμπβινισμού

ΤΙΜΟΘΙ ΓΚΑΡΤΟΝ ΑΣ*

Η καγκελάριος Αγκελα Μέρκελ μοιάζει να δείχνει στον Ούγγρο πρωθυπουργό Βίκτορ Ορμπαν τον σωστό δρόμο, κατά τη συνάντησή τους στο Βερολίνο.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Μήπως γινόμαστε μάρτυρες του παράξενου θανάτου της φιλελεύθερης Ευρώπης (για να παραφράσουμε τον τίτλο διάσημου βρετανικού ιστορικού βιβλίου του Μεσοπολέμου); Την ώρα που ο λαϊκισμός εξαπλώνεται στην καρδιά της Ευρώπης, απειλώντας ακόμη και τον «θρόνο» της καγκελαρίου της Γερμανίας Αγκελα Μέρκελ.

Νέα πολιτική διαχωριστική γραμμή διχάζει την ήπειρό μας, εξίσου κρίσιμη όσο και αυτή μεταξύ Αριστεράς και Δεξιάς. Η γραμμή αυτή διχάζει υπάρχοντα πολιτικά κόμματα και ευνοεί τη δημιουργία νέων, ενώ τροφοδοτεί καινούργια μέτωπα αντιπαράθεσης μεταξύ κρατών. Από τη μία πλευρά διακρίνουμε έτσι το στρατόπεδο του «Μερκρόν» και από την άλλη, αυτό του «Ορμπβίνι».

Παρά τις διαφορές μεταξύ Μέρκελ και Μακρόν, σε ζητήματα όπως αυτά που αφορούν την Ευρωζώνη, και οι δύο στηρίζουν φιλελεύθερες, ευρωπαϊκές λύσεις, βασισμένες στις αρχές της παγκόσμιας αλληλεγγύης, εντός της Ε.Ε., αλλά και σε όλο τον κόσμο. Για τον λόγο αυτό επιλέγω να τους ταυτίσω κάτω από το προσωνύμιο «Μερκρόν». Παρά τις διαφωνίες μεταξύ του Ούγγρου ηγέτη Βίκτορ Ορμπαν και του Ιταλού λαϊκιστή Ματέο Σαλβίνι, και οι δύο προάγουν αυταρχικές, εθνοκεντρικές λύσεις, επιλέγοντας συνειδητά τον αποκλεισμό εθνικά ή πολιτιστικά «ξένων στοιχείων». Γι’ αυτό και τους ταυτίζω υπό τον όρο «Ορμπβίνι».

Ο Σοσιαλιστής πρωθυπουργός της Ισπανίας Πέδρο Σάντσεθ και ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Ντόναλντ Τουσκ ανήκουν σαφώς στο στρατόπεδο Μερκρόν, ενώ το βαυαρικό CSU, ο Αυστριακός καγκελάριος Σεμπάστιαν Κουρτς, το Κόμμα Νόμου και Δικαιοσύνης (PiS) του Γιάροσλαβ Κατσίνσκι στην Πολωνία, καθώς και ορισμένοι (όχι όλοι) υπέρμαχοι του Brexit στη Βρετανία, πορεύονται κάτω από το λάβαρο του Ορμπβίνι.

Η μάχη μεταξύ μερκρονισμού και ορμπβινισμού αναμένεται να διαμορφώσει την ευρωπαϊκή πολιτική σκηνή για τον επόμενο χρόνο. Καθώς οι πολιτικοί προετοιμάζονται για τις ευρωεκλογές του επόμενου καλοκαιριού, η μεγαλύτερη κοινοβουλευτική ομάδα στο Ευρωκοινοβούλιο, αυτή του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος (ΕΛΚ), συνεχίζει να γαντζώνεται στο κόμμα Φιντέζ του Ορμπαν, φθάνοντας να πραγματοποιεί διστακτικά ανοίγματα ακόμη και στο πολωνικό PiS, σε μια προσπάθεια να προλάβει ενδεχόμενη νέα ανταγωνιστική συμμαχία από το στρατόπεδο του Ορμπβίνι. Από τη μεριά του, ο Ματέο Σαλβίνι απειλεί με δημιουργία «Λέγκας της Ευρώπης». Οι ευρωεκλογές δεν υπήρξαν τόσο απρόβλεπτες εδώ και χρόνια.

Είναι βέβαιο ότι όλα τα ρήγματα στο εσωτερικό της Ενωσης δεν μπορούν να ερμηνευθούν με βάση την ιδεολογική αντιπαράθεση Μερκρόν - Ορμπβίνι, καθώς η σημασία των εθνικών διαφωνιών δεν πρέπει να υποτιμάται.

Οι Ορμπβίνι βρίσκονται αυτή την περίοδο σε τροχιά ανόδου. Η ομάδα Μερκρόν, αντίθετα, μοιάζει κουρασμένη και αμυνόμενη, όπως οι εθνικές ομάδες της Γερμανίας και της Ισπανίας στο Παγκόσμιο Κύπελλο, επιμένοντας στις στρατηγικές τους, παρότι αυτές δεν οδηγούν στο γκολ.

Στο ζήτημα της μετανάστευσης, το στρατόπεδο των Ορμπβίνι συσπειρώνει τα στρατεύματά του, ενώ Ιταλία, Ισπανία και Ελλάδα πασχίζουν να αντιμετωπίσουν την ανθρωπιστική κρίση, με ελάχιστη βοήθεια από τους εταίρους τους στη Βόρεια Ευρώπη.

Το μεταναστευτικό, όμως, είναι και συμβολικό ζήτημα, ικανό να πυροδοτήσει άβολες συζητήσεις για την πολιτιστική ταυτότητα. Παρότι τα στοιχεία δείχνουν ότι η ανεξέλεγκτη μετανάστευση έχει περιοριστεί σημαντικά από το 2015, αυτό δεν σημαίνει ότι οι Ευρωπαίοι πολίτες αγνοούν τις βαθιές αλλαγές που συντελέστηκαν στις χώρες τους. Σε σφυγμομέτρηση του ιδρύματος Bertelsmann το 2017, ποσοστό 50% των ερωτηθέντων Ευρωπαίων συμφώνησε με τη δήλωση «ο αριθμός ξένων στη χώρα μου είναι υπερβολικός και κάποιες φορές αισθάνομαι ξένος στη χώρα μου». Στην Ιταλία, το ποσοστό αυτό ήταν 71%.

Ο ιστορικός και δημοσιογράφος Τζορτζ Ντέιντζερφιλντ υποστήριζε στο βιβλίο του «Ο παράξενος θάνατος της φιλελεύθερης Αγγλίας» το 1935 ότι το κόμμα των Φιλελευθέρων παρήκμασε στις αρχές του 20ού αιώνα εξαιτίας της αποτυχίας του να αντιμετωπίσει νέες ισχυρές πολιτικές δυνάμεις, όπως το κίνημα για την ψήφο των γυναικών, το εργατικό κίνημα και τον ιρλανδικό εθνικισμό. Εναν αιώνα αργότερα, η κρίση της φιλελεύθερης Ευρώπης οφείλεται σε μεγάλο βαθμό σε δυνάμεις τις οποίες ο ίδιος ο φιλελευθερισμός απελευθέρωσε.

Η φιλελευθεροποίηση, ο εξευρωπαϊσμός και η παγκοσμιοποίηση παρήγαγαν από τη μεριά τους ταχύτατες και εμφανείς αλλαγές στις κοινωνίες της Ευρώπης. Για μεγάλο αριθμό Ευρωπαίων, οι αλλαγές αυτές δεν βελτίωσαν την καθημερινότητα. Εκμεταλλευόμενοι τη δυσαρέσκεια αυτή, οι λαϊκιστές προωθούν απλουστευτικό αφήγημα, σύμφωνα με το οποίο η εθνική περιχαράκωση και η «ανάκτηση του ελέγχου» θα οδηγήσουν στην επαναφορά του μυθικού χρυσού παρελθόντος καλά αμειβόμενων θέσεων εργασίας, ευτυχισμένων οικογενειών και σεβασμού των εθνικών παραδόσεων. Την ίδια στιγμή, η ψηφιακή επανάσταση, που οδεύει με ταχύ ρυθμό προς την τεχνητή νοημοσύνη, προμηνύει νέο κύμα αναταραχής και ανασφάλειας, ιδίως στους χώρους εργασίας.

Η φιλελεύθερη αντεπίθεση στην Ευρώπη αντιμετωπίζει έτσι τεράστιες προκλήσεις. Η εξεύρεση λογικών, πρακτικών λύσεων στα προβλήματα της ανισότητας και της ανασφάλειας αναμένεται ιδιαίτερα δύσκολη. Αυτό μπορεί να απαιτήσει ριζοσπαστικές πολιτικές πρωτοβουλίες, όπως η επιβολή ελάχιστου κατώτατου μισθού ή εγγυημένης απασχόλησης. Ακόμη και εάν βρεθεί ο νέος Τζον Μέιναρντ Κέινς –όπως η διήθηση της σκέψης του Κέινς στο νικηφόρο Εργατικό Κόμμα του Κλέμεντ Ατλι χρειάστηκε χρόνο– θα απαιτηθεί χρόνος.

Η φιλελεύθερη Ευρώπη οφείλει τώρα να βρει τρόπους να διαχειριστεί την αταβιστική συναισθηματική ανάγκη για διακριτή εθνική ταυτότητα, την οποία με τόση μαεστρία εκμεταλλεύονται οι λαϊκιστές. Οπως βλέπει κανείς στις κερκίδες αγώνων του Παγκοσμίου Κυπέλλου, η εθνική ταυτότητα παραμένει ασύγκριτη πηγή πάθους και κοινωνικής συσπείρωσης. Παρότι καταβάλλουμε κάθε προσπάθεια να ενισχύσουμε την κοινή ευρωπαϊκή –και διεθνή– ταυτότητα, δεν μπορούμε να εγκαταλείψουμε στους εθνικιστές τη συναισθηματική έλξη που ασκεί το εθνικό όραμα. Χρειαζόμαστε νέο, θετικό, κοινωνικό πατριωτισμό, όπως αυτόν που προωθεί ο πρόεδρος Μακρόν στη Γαλλία, παράλληλα με την ενίσχυση του ευρωπαϊσμού και της παγκοσμιοποίησης.

Ολα αυτά θα πρέπει, όμως, να συνδυαστούν για να οδηγήσουν στην εκπόνηση εκλογικά αξιόπιστου προγράμματος και στη δημιουργία ενός κόμματος ικανού να κερδίσει με το πρόγραμμα αυτό. Τέτοια κόμματα είναι, όμως, σπάνια. Ο Μακρόν και το κίνημα Δημοκρατία σε Κίνηση αποτελούν την εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα.

Σε όλες τις άλλες χώρες, οι φιλελεύθεροι υποχωρούν απέναντι στις αυταρχικές τάσεις κεντροδεξιών και κεντροαριστερών κομμάτων, καθώς και στις πιέσεις των λαϊκιστών κυβερνητικών εταίρων τους, όπως γίνεται στην Αυστρία και στην Ολλανδία.

Ολα αυτά με κάνουν να υποθέτω ότι η αντεπίθεση της φιλελεύθερης Ευρώπης θα απαιτήσει ακόμη μερικά χρόνια. Τα πράγματα θα χειροτερέψουν, προτού βελτιωθούν, με περισσότερες επιτυχίες των Ορμπβίνι και νέες ήττες των Μερκρόν. Οχι, δεν πιστεύω ότι γινόμαστε μάρτυρες του παράξενου θανάτου της φιλελεύθερης Ευρώπης, αλλά πρέπει να προετοιμαστούμε για μια μακρά και επίπονη ανάκαμψή της.

* Ο Tίμοθι Γκάρτον Ας είναι καθηγητής Ευρωπαϊκών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, επικεφαλής του freespeechdebate.com και συνεργάτης του ινστιτούτου Hoover στο Πανεπιστήμιο Στάνφορντ. Ο τίτλος του τελευταίου του βιβλίου είναι «Free Speech: Ten Principles for a Connected World».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ