Τάκης Θεοδωρόπουλος ΤΑΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ

Ενα πρωινό στην Ταγκανίκα

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΔIAΓΩNIΩΣ

​Μπήκα με προσεκτικά βήματα στη ΔΟΥ κρατώντας στα χέρια τα πιστοποιητικά. Η κυρία δίπλα μου, ελαφρώς φοβισμένη κι αυτή, με ρώτησε αν το πιστοποιητικό θανάτου της μητέρας μου είχε πρόσφατη ημερομηνία. Η λογίστρια της είχε τονίσει ότι το πιστοποιητικό πρέπει να έχει πρόσφατη ημερομηνία. Οι άνθρωποι πεθαίνουν, μετά όμως δεν ξέρεις τι γίνεται, πού κρύβονται για να ξεγελάσουν το ελληνικό Δημόσιο. Ο ταξιδιωτικός πράκτορας ήταν κατηγορηματικός: «Το σαφάρι πιστοποιητικών είναι δημοφιλέστατο γι’ αυτό και οι τιμές του τελευταία έχουν ανεβεί, όμως αξίζει τον κόπο. Εχει και αγωνία και τρέξιμο και καβγάδες, έχει όμως και την πιθανότητα να κάνεις γνωριμίες. Περιμένοντας, αποκλείεται να μην ακούσεις κάποια βαθυστόχαστη ανάλυση για το “σύστημα” και αποκλείεται να μην προκαλέσεις τον οίκτο κάποιου ομοιοπαθούς, ο οποίος με τη σειρά του προκαλεί τον δικό σου οίκτο». Ο οίκτος είναι το εθνικό μας αίσθημα. Λυπάται ο ένας τον άλλον και όλοι μαζί τη χώρα. Ετσι στήνονται οι πραγματικές φιλίες. Παραπονιούνται ορισμένοι ότι οι φόροι είναι ληστρικοί. Ομως ένα πρωί στην εφορία σε ανταμείβει. Είναι σαν ταξίδι στη ζούγκλα της Ταγκανίκας.

Ο πράκτορας μου είχε ψιθυρίσει συνωμοτικά τους αριθμούς 3 και 4. Σε αυτούς τους ορόφους επιδίδονται στο κυνήγι των πιστοποιητικών για τις κληρονομιές. Ξεκινάς από το 3 και, αν ξεμπερδέψεις, πας στο 4 για να σε στείλουν πίσω στο 3, αφού κάτι θα σου λείπει. «Αποκλείεται να μη σου λείπει κάτι», με καθησύχασε. «Οι φόροι σου δεν πάνε χαμένοι». Στην ουρά ήμασταν καμιά δεκαριά ανδρείοι, έτοιμοι για όλα. Αμέσως αναγνώρισα την αδελφή ψυχή, αυτόν με τον οποίον θα μοιραζόμουν την επόμενη μιάμιση ώρα αναμονής. Μου άνοιξε την καρδιά του. Ηταν εναντίον της τεχνολογίας. Προσπάθησα να τον πείσω ότι δεν φταίει η τεχνολογία που είχε έρθει από τις Σέρρες διότι η Εφορία Σερρών δεν επικοινωνεί με τις εφορίες των Αθηνών. Σε μια γωνιά καθόταν μια κυρία μπροστά σε μια οθόνη υπολογιστή, απ’ αυτές που σου λένε κάθε τόσο «κόλλησε το σύστημα». Αγκομαχούσε συμπάσχοντας με το σύστημά της και κάποια στιγμή μού φώναξε να μη μιλάω διότι δεν μπορεί να συγκεντρωθεί. Το βούλωσα πάραυτα, διότι δεν ήθελα να με σηκώσει στον πίνακα.

Μούσκεμα στον ιδρώτα, καθότι ο χώρος είχε αποκλεισθεί από το γραφείο με τον κλιματισμό. «Κλείστε την πόρτα γιατί φεύγει ο κλιματισμός», μου είχε φωνάξει μία από τις οδηγούς. Είχε έρθει η ώρα μου. Εδειξα τα πιστοποιητικά στον οδηγό μου, εννοείται έλειπε ένα, ο άνθρωπος όμως ήταν και ευγενής και εργατικός. Είχε μεν υπολογιστή, όμως όλα έπρεπε να τα γράφει και σε κάτι παλιά λογιστικά βιβλία. Δεν ξέρεις ποτέ τι γίνεται με την τεχνολογία. Είχε έρθει η ώρα να ανεβώ στο 4. Ομως και αύριο μέρα είναι.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ