ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Η ανάπτυξη δεν ανταποκρίνεται σε οικονομία που βγαίνει από την κρίση, εκτιμά το ΙΟΒΕ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας στο πρώτο τρίμηνο του έτους, αλλά με ρυθμούς που δεν ανταποκρίνονται στον δυναμισμό μιας οικονομίας που βγαίνει από την κρίση, διαπιστώνει η τριμηνιαία έκθεση του ΙΟΒΕ, η οποία, όπως τόνισε κατά την παρουσίασή της χθες ο πρόεδρος του Ιδρύματος Τάκης Αθανασόπουλος, συμπίπτει χρονικά με την ολοκλήρωση του τρίτου μνημονίου. Το ΙΟΒΕ αναλύει τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για άνοδο του ΑΕΠ το πρώτο τρίμηνο του 2018 κατά 2,3%, έναντι 2% στο τέταρτο τρίμηνο 2017 και οριακής ανάπτυξης 0,3% στο πρώτο τρίμηνο 2017.

Σύμφωνα με την έκθεση του ΙΟΒΕ, η ανάπτυξη προήλθε από τη βελτίωση του εξωτερικού ισοζυγίου, λόγω διεύρυνσης των εξαγωγών (+7,6%) και πτώσης των εισαγωγών (-2,8%). Οι επενδύσεις υποχώρησαν κατά 12,1%, εξέλιξη η οποία, όπως και η μεταβολή στις εισαγωγές, οφείλεται σε μάλλον πρόσκαιρο παράγοντα: την έντονη πτώση των εισαγωγών πλοίων.

Η κατανάλωση των νοικοκυριών παρέμεινε σε πτωτική τροχιά για τρίτο τρίμηνο (-0,4%), ενώ αντιθέτως, η δημόσια κατανάλωση ενισχύθηκε οριακά (+0,3%).

Παρουσιάζοντας την έκθεση ο γενικός διευθυντής του ΙΟΒΕ Νίκος Βέττας τόνισε ότι το ελληνικό πρόγραμμα θα είναι, αν και με μεγάλη χρονική διαφορά, το τελευταίο που ολοκληρώνεται στα προγράμματα διάσωσης στην Ευρωζώνη, που συνολικά πυροδότησε η κρίση. Η εξισορρόπηση της οικονομίας, σύμφωνα με τον κ. Βέττα, έχει επιτευχθεί κυρίως μέσω ύφεσης. Το κρίσιμο ερώτημα είναι κατά πόσον η εξάλειψη των δίδυμων ελλειμμάτων είναι διατηρήσιμη και συμβατή με μια πορεία συστηματικής και εύρωστης μεγέθυνσης.

Παράλληλα, οι ρυθμοί ανάπτυξης που καταγράφονται στο τρέχον διάστημα δεν είναι αυτοί που θα αναμένονταν για μια οικονομία που βγαίνει από την κρίση με δυναμικό τρόπο και εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό και από το θετικό εξωτερικό περιβάλλον της οικονομίας. Η ελληνική οικονομία την τελευταία δεκαετία δεν καταστράφηκε, ούτε όμως μεταρρυθμίστηκε σε επαρκή βαθμό ώστε να έχει ισχυρή αναπτυξιακή δυναμική, τόνισε ο κ. Βέττας, σύμφωνα με τον οποίο «συνολικά, η κρίση δεν αντιμετωπίστηκε ως ευκαιρία για να θεμελιωθεί μια “νέα” ελληνική οικονομία, ένα νέο παραγωγικό υπόδειγμα», με αποτέλεσμα η κρισιμότητα κάθε απόφασης που θα λαμβάνεται πλέον από το καλοκαίρι και μετά να αυξάνεται.«Καθυστερήσεις, αμφισημία και παλινδρομήσεις δεν θα έχουν μόνο ως επίπτωση σημαντικές καθυστερήσεις, όπως είχαν έως τώρα, αλλά ακαριαία και επώδυνη αύξηση του κόστους χρηματοδότησης για επιχειρήσεις και νοικοκυριά και απομάκρυνση των επενδυτών, άρα διαιώνιση της ύφεσης ή έστω της στασιμότητας και της ανεργίας», συμπλήρωσε.

Στη ζημία που έχει προξενηθεί στην οικονομία της χώρας κατά την περίοδο της κρίσης, αναφέρθηκε ο πρόεδρος του ΙΟΒΕ Τάκης Αθανασόπουλος, επισημαίνοντας ότι «οι προσπάθειες δραστικών μεταρρυθμίσεων για βελτίωση της οικονομικής δραστηριότητας και προσέλκυσης ξένων επενδύσεων που θα συνέβαλαν στη διατήρηση του βιοτικού επιπέδου που είχε επιτύχει η χώρα μας κατά την προηγούμενη δεκαετία, δεν έτυχαν της απαιτούμενης κοινωνικής υποστήριξης». Ετσι, το βιοτικό μας επίπεδο, το οποίο πριν από την κρίση προσέγγιζε το αντίστοιχο των σκανδιναβικών χωρών, σήμερα προσεγγίζει αυτό των υπολοίπων βαλκανικών χωρών, είπε επισημαίνοντας ωστόσο ότι «δεν έχουν χαθεί όλα».

Ο κ. Αθανασόπουλος εκτίμησε ότι υπάρχει ακόμη χρόνος για ανασύνταξη και ανάκτηση του χαμένου βιοτικού επιπέδου και υπογράμμισε ότι «βασική προϋπόθεση γι’ αυτό είναι η δημιουργία κουλτούρας συναίνεσης, που είναι το κύριο χαρακτηριστικό των χωρών που ευημερούν».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ