ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Είναι ένας από τους καλύτερους ψυχαναλυτές του καιρού του, αλλά αυτό μάλλον το γνωρίζουν ή το έχουν ακούσει αρκετοί. Είναι ο εμπνευστής της υπαρξιακής σχολής της ψυχοθεραπείας, στην οποία ο θεραπευτής δίνει ιδιαίτερη σημασία στον τρόπο που ο θεραπευόμενος χειρίζεται τέσσερα θεμελιώδη ζητήματα της ύπαρξής του: τη μοναξιά, το αναπόφευκτο του θανάτου, την απουσία εγγενούς νοήματος στη ζωή και την ελευθερία. Έχει συγγράψει αρκετά εξαιρετικά εγχειρίδια ψυχοθεραπείας και πολλά συναρπαστικά μυθιστορήματα, όπως το «Στο ντιβάνι» ή το «Όταν έκλαψε ο Νίτσε», που είναι από τα πιο πολυδιαβασμένα βιβλία στην Ελλάδα την τελευταία εικοσαετία. Αυτό που ίσως δεν είναι ευρέως γνωστό είναι ότι ο «Ιρβ», για τους οικείους του, είναι ένας γλυκός άνθρωπος, ευγενής, ευπροσήγορος, με διάθεση για ειλικρινή ανθρώπινη επαφή. Εκτός από τις απαντήσεις του, από την ημίωρη τηλεφωνική συνομιλία μας κρατώ τη θέρμη και το σφρίγος της φωνής του, την ακρίβεια και την αμεσότητα των λόγων του, το διακριτικό αλλά πηγαίο γέλιο του. Η αφορμή γι’ αυτή τη συνέντευξη ήταν φυσικά η κυκλοφορία της αυτοβιογραφίας του «Αυτό ήταν η ζωή; Τότε άλλη μια φορά!» στην Ελλάδα από τις εκδόσεις Άγρα. 

Παιδί πάμφτωχων, αμόρφωτων Πολωνοεβραίων μεταναστών, που έφτασαν στη Γη της Επαγγελίας από ένα χωριό της Ρωσίας και εργάστηκαν σκληρά για να οικοδομήσουν μια νέα ζωή, ξεκινώντας από ένα μπακάλικο σε μια κακόφημη γειτονιά της Ουάσιγκτον. «Όταν ήμουν παιδί, δεν μου άρεσε καθόλου η ζωή μου, η γειτονιά μου, το σχολείο μου, τα παιδιά με τα οποία έπαιζα», γράφει στην αυτοβιογραφία του. «Ήθελα να έρθει κάποιος να με σώσει από όλα τούτα». Τελικά, ελλείψει σωτήρα ή μέντορα, αναγκάστηκε να σώσει ο ίδιος τον εαυτό του. Μελέτησε σκληρά και κατόρθωσε να μπει στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Τζορτζ Ουάσιγκτον, από όπου πήρε μετεγγραφή στο τρίτο έτος για το Πανεπιστήμιο της Βοστώνης. Από εκεί βρέθηκε στη Βαλτιμόρη και στο νοσοκομείο Τζονς Χόπκινς, όπου ολοκλήρωσε την ειδικότητά του στην ψυχιατρική. Στα 15 του χρόνια γνώρισε και ερωτεύτηκε τη Μαίριλυν Καίνικ, «ένα πολύ μικροκαμωμένο, πολύ γλυκό κορίτσι με μακριά καστανόξανθα μαλλιά, γεμάτο ζωντάνια, που συγκέντρωνε όλα τα βλέμματα», με την οποία απέκτησε τέσσερα παιδιά και μοιράζεται τη ζωή του έως σήμερα. Από τις αρχές της δεκαετίας του 1960 ξεκίνησε τη μακρόχρονη καριέρα του στο Πανεπιστήμιο Στάνφορντ, όπου είναι επίτιμος διδάκτωρ ψυχιατρικής. Ταυτόχρονα εργάστηκε ως ψυχοθεραπευτής τόσο σε ατομικές όσο και σε ομαδικές συνεδρίες και έχει υπάρξει θερμός οπαδός της ανθρωπιστικής προσέγγισης στη θεραπεία, της αυτοαποκάλυψης του θεραπευτή, ο οποίος θεωρεί ότι πρέπει να μοιράζεται σκέψεις και συναισθήματα με τον θεραπευόμενο – «αυτό που έχει σημασία στην ψυχοθεραπεία είναι η προσωπική εντιμότητα και διαφάνεια, όχι η επαγγελματική αυθεντία», γράφει.


Ο συγγραφέας με τον πατέρα του, Μπέντζαμιν Γιάλομ.

 

Θέλησε να γίνει γιατρός μόλις στα 14 του, μια νύχτα που ο πατέρας του υπέστη καρδιακή προσβολή και η μητέρα του τον υπέδειξε ως υπεύθυνο γι’ αυτό, φωνάζοντάς του επανειλημμένα: «Εσύ! Εσύ τον σκότωσες!». Όταν έφτασε στο σπίτι ο γιατρός Μάντσεστερ, «ακούμπησε το χέρι του στο κεφάλι μου, μου ανακάτεψε τα μαλλιά» και τον καθησύχασε ότι ο πατέρας του θα γίνει καλά. Τότε αποφάσισε να προσφέρει σε άλλους με κάποιον τρόπο την ανακούφιση που του είχε δωρίσει εκείνος ο καλός γιατρός. Άραγε νιώθει ότι τα κατάφερε; «Ναι, έτσι νομίζω», μου απαντά. «Πρόσφερα παρηγοριά σε πάρα πολλούς ανθρώπους εδώ και πολλά χρόνια. Παρότι έγραψα πολύ και δίδαξα στο πανεπιστήμιο, ήμουν πάντα θεραπευτής, είδα πολλούς ασθενείς και πρόσφερα πολλή ανακούφιση».

Προσπαθήσατε να βρείτε έναν τρόπο να βοηθήσετε τους ανθρώπους να ζήσουν μια καλύτερη ζωή. Τον βρήκατε;

Έχω δουλέψει με τόσο πολλούς ασθενείς τόσο πολλά χρόνια και, ναι, έχω βοηθήσει πολλούς ανθρώπους και όχι μόνο μέσω της θεραπείας, αλλά και μέσω των βιβλίων. Λαμβάνω 30-40 μέιλ την ημέρα από ανθρώπους που βοηθήθηκαν από τα βιβλία μου ή από παλιούς ασθενείς μου, οπότε παίρνω πολλή επιβεβαίωση και ξέρω ότι ήμουν βοηθητικός για πολλούς ανθρώπους.

Πώς νιώθετε που διαθέτετε τη δύναμη να αλλάζετε τη ζωή των ανθρώπων;

Έχω τη δύναμη να τους βοηθάω να αλλάζουν τη ζωή τους, όχι να την αλλάζω εγώ. Αισθάνομαι καλά που μπορώ να τους βοηθήσω, μπορώ να διευκολύνω τη μετάβαση, αλλά πρέπει να είναι σε ένα σημείο που να είναι έτοιμοι και πρόθυμοι να κάνουν αλλαγές στη ζωή τους.

 


Στις 27 Ιουνίου 1954 παντρεύτηκε τη σύζυγό του Μαίριλυν, την οποία γνώρισε στα 15 του χρόνια.

 

Το νόημα της ζωής

Ένα από τα πιο κομβικά σημεία της ψυχοθεραπευτικής σας προσέγγισης είναι η παρότρυνση προς τους ασθενείς σας να ζουν με τρόπο που να μη μετανιώνουν για όσα έκαναν ή δεν έκαναν, ώστε να μη συσσωρεύουν αβίωτη ζωή. Είναι κάτι που ο ίδιος έχετε καταφέρει, δρ Γιάλομ;

Ναι, όντως ζω μια τέτοια ζωή. Έχω επιτύχει πολύ περισσότερα από όσα πίστευα ότι θα μπορούσα. Έχω έναν υπέροχο γάμο, τέσσερα παιδιά, κοιτάω πίσω τη ζωή μου και δεν μετανιώνω για τίποτα. Δεν υπάρχει κάτι που θέλησα ή ονειρεύτηκα να κάνω και δεν το έκανα.

Δεν έχετε λοιπόν αβίωτη ζωή;

Όχι, δεν νομίζω. Νιώθω ότι έζησα όλη μου τη ζωή. Δεν υπάρχουν σημαντικά μέρη που να ήθελα να επισκεφθώ ή πράγματα που να ήθελα να κάνω ή βιβλία που να ήθελα να γράψω και δεν το έκανα. Πολλοί άνθρωποι νιώθουν ότι δεν έκαναν αυτό που ήθελαν στη ζωή. Ότι παντρεύτηκαν τον λάθος άνθρωπο, ακολούθησαν λάθος καριέρα, ίσως διάλεξαν ένα επάγγελμα για να κερδίσουν πολλά χρήματα, αλλά πρόδωσαν τον καλλιτέχνη μέσα τους, μπορεί κανείς να απογοητεύσει τον εαυτό του με μυριάδες τρόπους.

Έχετε βρει το νόημα της ζωής σας;

Η ζωή δεν έχει νόημα, δεν έρχεται με «φορεμένο» ένα νόημα, πρέπει εμείς να της δώσουμε κάποιο νόημα. Έδωσα λοιπόν στη ζωή μου ένα νόημα, να φροντίζω την οικογένεια και όλους τους ασθενείς μου, να διδάξω πολλούς φοιτητές όσα έμαθα στον τομέα μου, να μεταδώσω ό,τι μπορώ περισσότερο από τον εαυτό μου στους άλλους.

Έχετε σκοτεινά σημεία; Γράφετε ότι μερικές φορές νιώθετε ότι έχετε μέσα σας μια κοιλάδα από δάκρυα και πόνο, από την οποία ίσως δεν απαλλαγείτε ποτέ.

Η παιδική μου ηλικία ήταν δυστυχής σε μεγάλο βαθμό, η σχέση μου με τη μητέρα μου δεν ήταν καλή. Έτσι, υπάρχει αυτός ο πόνος.

Είναι τελικά η ψυχοθεραπεία τόσο χρήσιμη, που δεν θα έπρεπε να την απολαμβάνουν μόνο όσοι έχουν προβλήματα;

Αυτή είναι δύσκολη ερώτηση. Υπήρξε ένα κίνημα στις Ηνωμένες Πολιτείες σχεδόν πριν από σαράντα χρόνια, που λεγόταν «The Encounter group movement», το οποίο σάρωσε τη χώρα και πολλοί άνθρωποι πολύ χαρούμενοι και ικανοποιημένοι με τη ζωή τους συνειδητοποίησαν ότι μπορούσαν να εξελιχθούν πηγαίνοντας σε ομαδικές συναντήσεις ή εγγραφόμενοι στα διάφορα encounter groups, τα οποία ήταν «ψυχοθεραπεία για κανονικούς ανθρώπους», όπως τα έλεγαν. Ίσως αυτό απαντά στην ερώτησή σας. Πιστεύω ότι με την ψυχοθεραπεία όλοι μπορούν να μάθουν πράγματα για τον εαυτό τους και για το πώς σχετίζονται με τους άλλους ανθρώπους.

Στην Ελλάδα λέμε ότι οι φίλοι μας είναι οι ψυχοθεραπευτές μας και κάνουμε ομαδική ψυχοθεραπεία πίνοντας τον καφέ ή το κρασί μας.

Μπορώ να συμφωνήσω με αυτό, το να έχει κανείς έναν καλό φίλο με τον οποίο μπορεί να μοιραστεί τα πάντα... Οι φίλοι μπορούν να κάνουν μερικά από όσα κάνει ένας ψυχοθεραπευτής. Συχνά οι θεραπευτές δουλεύουν με πολύ απομονωμένους ανθρώπους, που δεν βλέπουν και δεν μιλούν με κανέναν όλη την ημέρα, και ο στόχος τους είναι να βρουν φίλους ή να μπουν σε μια θεραπευτική ομάδα όπου θα συνομιλούν με κάποιους ανοιχτά.

 


Ιρβιν και Μαίριλυν Γιάλομ με τα παιδιά τους, Ηβ, Ρηντ, Βίκτορ και Μπεν.

 

 Μεταξύ δύο κόσμων

«Από τότε που έκλεισα τα ογδόντα, όλο και περισσότερες εικόνες από τα πρώτα χρόνια της ζωής μου εισβάλλουν στις σκέψεις μου. Οι μεθυσμένοι που κοιμούνταν στον διάδρομο της πολυκατοικίας μας μέσα στους εμετούς τους. Η απομόνωσή μου και η μοναξιά που ένιωθα... Εκτός τόπου. Πάντα εκτός τόπου – το μόνο λευκό αγόρι σε μια γειτονιά μαύρων, ο μόνος Εβραίος σ’ έναν κόσμο χριστιανών». Αισθάνεστε ακόμα έτσι;

Όχι πια. Ήμουν πολύ τυχερός και τελικά έγινα αναπόσπαστο κομμάτι ενός μεγαλύτερου συνόλου, αρχικά όταν ήμουν φοιτητής στο Τζονς Χόπκινς, έπειτα στο Στάνφορντ, όπου είμαι σχεδόν από... πάντα, αλλά και της ψυχιατρικής κοινότητας της περιοχής μου και της ζωής πολλών ανθρώπων.

Έχετε επίσης εξομολογηθεί ότι το γεγονός πως οι γονείς σας ήταν αμόρφωτοι σας έκανε να αισθάνεστε ότι δεν είχατε ισχυρά θεμέλια και συχνά σας ωθούσε να αμφισβητείτε τα επιτεύγματά σας. Έχετε πια πιστέψει ότι ήσαστε όντως εσείς που κάνατε όλη αυτή τη διαδρομή;

Ναι, είμαι σίγουρος ότι ήμουν εγώ (γέλια). Έγραψα αυτά τα βιβλία, δεν υπήρχε κανείς άλλος εκτός από εμένα και τη σύζυγό μου, που έκανε λίγη επιμέλεια.

Έχετε βρει τον τρόπο να αντιμετωπίσετε τα τέσσερα θεμελιώδη ζητήματα της ανθρώπινης ύπαρξης, τον φόβο του θανάτου, τη μοναξιά, την ελευθερία, την έλλειψη νοήματος στη ζωή;

Είναι δύσκολο να αποδεχτεί κανείς τον θάνατο, είναι κάτι που μας αφορά όλους και είναι τρομακτικό για όλους. Το γεγονός ότι η ζωή έχει ημερομηνία λήξης είναι ένα πρόβλημα για όλους και για μένα τώρα που είμαι πια πολύ μεγάλος, 87 ετών. Το αντιμετωπίζω ζώντας μια πλήρη ζωή και μεριμνώ ώστε να μην αφήνω αβίωτη ζωή μέσα μου. Ήμουν όμως πολύ τυχερός να έχω πάντα δίπλα μου την οικογένειά μου και τη σύζυγό μου, με την οποία είμαι παντρεμένος πάνω από 65 χρόνια.

Δεν νιώθετε μοναξιά υποθέτω...

Όχι και νιώθω άσχημα για όσους δεν έχουν σύζυγο ή καλούς φίλους ή έχασαν τον σύντροφό τους και είναι αντιμέτωποι με τη μοναξιά. Είναι σκληρό και τους συμπονώ αυτούς τους ανθρώπους. Θα φοβόμουν να είμαι μόνος.

 


Όλη η οικογένεια στο Χάναλεϊ της Χαβάης το 2015.

 

«Δεν έχω αποδεχτεί ότι είμαι γέρος»

Εξακολουθείτε να εργάζεστε ως ψυχοθεραπευτής. Στην αυτοβιογραφία σας παραδέχεστε ότι «δεν το κάνω για οικονομικούς λόγους – έχω αρκετά χρήματα για να ζήσω με άνεση. Το κάνω γιατί αγαπώ υπερβολικά τη δουλειά μου, για να την εγκαταλείψω πριν να είμαι υποχρεωμένος να το κάνω». Δέχεστε ακόμα πολλά αιτήματα για ψυχοθεραπεία από ασθενείς;

Ναι, δεν μπορώ όμως να δεχτώ νέους ασθενείς, πλησιάζω στο τέλος της καριέρας μου ως ψυχοθεραπευτής. Αυτή τη στιγμή κάνω συμβουλευτική σε κάποιους ανθρώπους ή βλέπω κάποιους ασθενείς που τους παρακολουθώ εδώ και χρόνια. Δεν κάνω πια μακροπρόθεσμη θεραπεία, οι περισσότερες είναι σύντομες, βλέπω τους ασθενείς για λίγες συνεδρίες και μετά βρίσκω κάποιον που θα μπορούσε να τους αναλάβει.

Και η συγγραφή; Θα είναι όντως η αυτοβιογραφία σας το τελευταίο σας βιβλίο, όπως είχατε δηλώσει;

Όχι απαραίτητα, γιατί τώρα ξέρω ότι πρέπει να ετοιμάσω άλλη μία αναθεωρημένη έκδοση του βιβλίου μου για την ομαδική ψυχοθεραπεία. Αυτό θα με κρατήσει απασχολημένο τον περισσότερο από τον επόμενο χρόνο. Δεν είναι βέβαια το γράψιμο που απολαμβάνω. Υπάρχουν όμως μια δυο ιστορίες που σκέφτομαι και επεξεργάζομαι. Νόμιζα ότι μου είχαν τελειώσει οι ιστορίες, αλλά ίσως τελικά αφηγηθώ μια δυο ακόμη. 

Ο Γιάλομ στη Λέσβο, στην Αθήνα, στη Σύρο, στα Γιάννενα

Αποσπάσματα από το κεφάλαιο «Πώς έγινα Έλληνας», όπου ο συγγραφέας περιγράφει περιστατικά από τις επισκέψεις του στη χώρα μας. 

«Απ’ όλες τις ξένες χώρες στις οποίες έχουν μεταφραστεί τα έργα μου, η Ελλάδα, μία από τις μικρότερες, καταλαμβάνει τον μεγαλύτερο χώρο στην ψυχή μου. Γύρω στο 1999-2000 ο Σταύρος Πετσόπουλος, ιδιοκτήτης των Εκδόσεων Άγρα, αγόρασε τα δικαιώματα των βιβλίων μου για την ελληνική γλώσσα έπειτα από πρόταση του ψυχιάτρου Γιάννη Ζέρβα, ο οποίος ανέλαβε να τα μεταφράσει με τη συνεργασία της συζύγου του Ευαγγελίας Ανδριτσάνου. Έτσι ξεκίνησε μια μακριά και πολύ ουσιαστική σχέση για την οικογένειά μας. (...) Παρότι η Ελλάδα δεν έχει παίξει ποτέ σημαντικό ρόλο στις εξελίξεις στον τομέα της ψυχοθεραπείας και έχει περίπου πέντε εκατομμύρια αναγνώστες, έγινε αμέσως το μεγαλύτερο κατά κεφαλήν αναγνωστικό κοινό μου σε όλο τον κόσμο. Εκεί με γνωρίζουν ως συγγραφέα καλύτερα από κάθε άλλη χώρα. Ποτέ δεν κατάλαβα ακριβώς τους λόγους».

★★★

«...πήραμε το αεροπλάνο για την Αθήνα και στη συνέχεια το πλοίο για τη Λέσβο. Η Μαίριλυν έτρεφε από καιρό μεγάλο ενδιαφέρον για την ποιήτρια Σαπφώ, που έζησε στη Λέσβο τον 7ο π.Χ. αιώνα περιτριγυρισμένη από τις μαθήτριές της.

Μόλις βγήκαμε από το πλοίο ενθουσιάστηκα βλέποντας ένα μαγαζάκι που νοίκιαζε μηχανάκια, έτσι λοιπόν φύγαμε να εξερευνήσουμε το νησί καβαλώντας ένα αρχαίο αλλά φαινομενικά συνεργάσιμο μηχανάκι. Προς το τέλος της μέρας, την ώρα που ο ήλιος βουτούσε στη θάλασσα, το μηχανάκι άφησε ένα τελευταίο βογκητό και ξεψύχησε έξω από ένα έρημο χωριό. Δεν είχαμε άλλη επιλογή παρά να περάσουμε τη νύχτα στα ερείπια ενός εγκαταλελειμμένου πανδοχείου, όπου η Μαίριλυν δεν κατάφερε να κοιμηθεί και πολύ, γιατί είδε ένα μεγάλο τρωκτικό να περνάει τρέχοντας μέσα από το χαμηλοτάβανο λουτρό. Το μεσημέρι της επόμενης μέρας μάς έστειλαν από το μαγαζί με φορτηγό ένα άλλο μηχανάκι και συνεχίσαμε το δρόμο μας, περνώντας μέσα από φιλόξενα χωριά, χαζολογώντας σε ταβέρνες, κουβεντιάζοντας με άλλους θαμώνες και χαζεύοντας ηλικιωμένους με λευκές γενειάδες που απέπνεαν ικανοποίηση πίνοντας ρετσίνα και παίζοντας τάβλι».

★★★

«...φτάσαμε στην Αθήνα και πήραμε αμέσως ένα μικρό αεροπλάνο, το οποίο σε σαράντα πέντε λεπτά μάς πήγε στη Σύρο, ένα μικρό νησί όπου βρίσκεται το εξοχικό του Γιάννη και της Ευαγγελίας. Καθώς το τζετ λαγκ με ταλαιπωρεί πολύ άσχημα, ζητώ πάντα να έχω δύο τρεις μέρες για να εγκλιματιστώ πριν μιλήσω σε κοινό. Στο νησί ξεκουραστήκαμε σε μια μικρή πανσιόν στην Ερμούπολη, όπου κάθε μέρα τρώγαμε πρωινό με σπιτικά κρουασάν και μαρμελάδα φτιαγμένη από τα σύκα που κρέμονταν απ’ τα κλαδιά μιας συκιάς που απλώνονταν στην μπροστινή αυλή. Είχαμε προγραμματίσει να φύγουμε σε δύο μέρες απ’ το νησί για να δώσω συνέντευξη Τύπου στην Αθήνα, αλλά την παραμονή της αναχώρησής μας αποφασίστηκε απεργία των ναυτεργατών κι έτσι ο Σταύρος ναύλωσε ένα μικρό τετραθέσιο αεροπλάνο.

Όσο κράτησε η πολύ σύντομη πτήση μας προς την Αθήνα, ο πιλότος, που είχε διαβάσει το “Όταν έκλαψε ο Νίτσε”, μου μίλησε με πολύ ενδιαφέρον για το βιβλίο. Στο αεροδρόμιο ο οδηγός του ταξί με αναγνώρισε και στη διαδρομή μου μίλησε για ορισμένα σημεία του μυθιστορήματός μου “Στο ντιβάνι” που του είχαν αρέσει περισσότερο. Στο Πάντειο Πανεπιστήμιο βρέθηκα ξαφνικά να δίνω συνέντευξη Τύπου σε καμιά εικοσαριά δημοσιογράφους. Δεν μου έχει ξανασυμβεί να δώσω συνέντευξη Τύπου, ούτε στις ΗΠΑ ούτε σε καμιά άλλη χώρα. Έμοιαζε σαν να ήμουνα πραγματική διασημότητα».

 


Εκατοντάδες άνθρωποι έσπευσαν το 2009 στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών για να παρακολουθήσουν την ομιλία του Ίρβιν Γιάλομ.

 

★★★

«...στη μεγάλη αίθουσα δεξιώσεων του Χίλτον ήρθαν να με ακούσουν 2.500 άνθρωποι. Το λόμπυ ήταν τόσο γεμάτο με κόσμο, ώστε ο μόνος τρόπος να φτάσω ήταν μέσα από ένα δαιδαλώδες μονοπάτι που περνούσε από τις υπόγειες κουζίνες. Οι διοργανωτές είχαν προβλέψει να έχουν μόνο εννιακόσια σετ ακουστικών, γι’ αυτό την τελευταία στιγμή η ιδέα της ταυτόχρονης μετάφρασης χρειάστηκε να απορριφθεί. (...) Μετά την ομιλία, την ώρα που υπέγραφα αντίτυπα των βιβλίων μου, πολλοί από όσους είχαν αγοράσει τα βιβλία μου έφερναν και δώρα – μέλι από δικές τους κυψέλες, μπουκάλια σπιτικό κρασί, πίνακες που είχαν ζωγραφίσει οι ίδιοι. Μια αξιαγάπητη ηλικιωμένη επέμεινε να δεχτώ ένα χρυσό νόμισμα το οποίο οι γονείς της είχαν ράψει στο παλτό της όταν ήρθε πρόσφυγας από την Τουρκία ως παιδί».

★★★

«Η επόμενη επίσκεψή μου στην Ελλάδα πραγματοποιήθηκε τέσσερα χρόνια αργότερα, το 2009. Η Μαίριλυν είχε προσκληθεί από το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων να μιλήσει για το βιβλίο της για το γυναικείο στήθος. (...) Σε μεγάλο βιβλιοπωλείο των Ιωαννίνων, την ώρα που υπογράφαμε και οι δύο βιβλία μας, η Μαίριλυν ρώτησε τον ιδιοκτήτη πόσο μεγάλη είναι η δημοτικότητα των βιβλίων μου στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό. “Ο Γιάλομ είναι ο πιο γνωστός Αμερικανός συγγραφέας εδώ” είπε εκείνος. Τότε η Μαίριλυν ρώτησε: “Ο Φίλιπ Ροθ;” “Κι αυτός μας αρέσει”, ήταν η απάντησή του. “Τον Γιάλομ όμως τον θεωρούμε Έλληνα”». ■

Το «Αυτό ήταν η ζωή; Τότε άλλη μια φορά!» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Άγρα, όπως και όλα τα βιβλία του.
 
Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ