Μαρία Κατσουνάκη ΜΑΡΙΑ ΚΑΤΣΟΥΝΑΚΗ

Πόλεις, σαν αίθουσες αναμονής

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ

Μ​​​​ας έδωσες, Kύριε τις κηδείες για να θυμόμαστε τη ζωή», λέει ένα από τα πρόσωπα της παράστασης «We are leaving» του Πολωνού Κριστόφ Βαρλικόφσκι, που βασίζεται στο θεατρικό του Ισραηλινού συγγραφέα Χανόχ Λεβίν «The Suitcase Packers» (1983). Είναι η πέμπτη επίσκεψη του Βαρλικόφσκι στην Αθήνα, ενός σκηνοθέτη με πολύ προσωπικό στίγμα, πλούτο ιδεών και εικόνων, με μια ιδιοσυστασιακή χρήση του όρου «μεταμοντέρνο» στο θέατρο, που συνήθως διχάζει. Το ίδιο συνέβη και με τη νέα παραγωγή του «We are leaving» που παρουσίασε πρόσφατα στο Φεστιβάλ Αθηνών (εκτενής και εμπεριστατωμένη αναφορά στη σελ.13, από την κριτικό Ματίνα Καλτάκη).

Πριν από δέκα χρόνια, όταν τον συνάντησα για μια συνέντευξη στην «Κ» (20/07/2008), με αφορμή την πρώτη του εμφάνιση στο Φεστιβάλ με το «Κρουμ» του ίδιου συγγραφέα, είχε προσδιορίσει το στίγμα του ως εξής – εξηγώντας τη ρήξη του «με τις παραδοσιακές παραστάσεις του Εθνικού Θεάτρου της Πολωνίας, τα ωραία κοστούμια, τους ωραίους ηθοποιούς, που μιλούν με έναν πολύ συγκεκριμένο τρόπο»: «Κυκλοφορείς στους δρόμους, βλέπεις τόση βρωμιά, δυστυχία και παρακμή. Την παρακμή μιας πρώην κομμουνιστικής χώρας που οι άνθρωποι έχουν μετατραπεί σε κτήνη από την ανέχεια. Με τις τέχνες ασχολούνταν οι πλούσιοι και οι παλιομοδίτες αστοί. Μια ιντελιγκέντσια που εξακολουθούσε να πηγαίνει στο θέατρο, σαν καθήκον στην πολωνική παράδοση. Η παρουσίαση ενός κλασικού έργου εξαρτάται από τη χώρα που βρίσκεσαι, την παράδοσή της, τι θέλεις να πεις. Η Πολωνία βίωνε αυτήν τη δυαδικότητα τέχνης και ζωής. Η τέχνη δεν αντανακλούσε αυτό που ήταν η πραγματική ζωή». Εκτοτε, αλλά και νωρίτερα, από τις αρχές του 2000, ο Βαρλικόφσκι αποτυπώνει ποικιλοτρόπως την ισχυρή έλξη του για αυτό που αποκαλούμε «πραγματική ζωή». Με τον τρόπο του.

Οι παραστάσεις του, μου προκαλούσαν θαυμασμό (για τη σύλληψη και εκτέλεση) και αμηχανία. Εναν μετεωρισμό ανάμεσα σε μια ριζοσπαστική, τολμηρή, ακραία σχεδόν, σκηνική λειτουργία και μια «φλυαρία» στα μέσα και στον λόγο. Η εμμονή του στη «διακειμενικότητα» ήταν σοφή ως προς την επιλογή αλλά χωρίς μέτρο ως προς τον όγκο. Αυτή τη φορά είδα «το σκοτάδι, τον πόνο και τη θλίψη» που αισθάνεται για τη χώρα του, χωρίς πολλές παρεμβολές. Με σαρκασμό, κυνισμό, χωρίς προστατευτικά φίλτρα.

Ο σκηνοθέτης εστιάζει σε όλους εκείνους που έχουν να επιλέξουν μεταξύ δύο πραγμάτων: είτε να αφεθούν στη μοίρα τους και να πεθάνουν είτε να φτιάξουν τις βαλίτσες τους και να φύγουν όσο το δυνατόν πιο μακριά με άγνωστο προορισμό. Αλλά και τότε δεν είναι ακριβώς «σωσμένοι». Η εκρηκτική ξανθιά Αμερικανίδα που καταφθάνει και καταγράφει μέσα από μια σέλφι, απευθυνόμενη διαρκώς στους followers της («My dear followers», λέει συνεχώς), όσα διαδραματίζονται στη γειτονιά με τις πέντε οικογένειες: Εβραίοι θύματα του ναζισμού και του γκέτο της Βαρσοβίας, τρανσέξουαλ, πόρνες, γιοι και κόρες εξαρτημένοι από άρρωστες, βασανιστικές, μητέρες, μια παρέα γυναικών που επιδίδεται στο μπριτζ, ένας λατίνος εραστής, κ.ο.κ. Δεκαεννέα (αξιοθαύμαστοι) ηθοποιοί, δεκαεννέα πρόσωπα που πασχίζουν να σωθούν και συμβαίνει ό,τι και με την κινούμενη άμμο: όσο πασχίζουν τόσο βυθίζονται. Η Αμερικανίδα σαν μια νότα γκροτέσκου –τραγικού όπως αποδεικνύεται στο τέλος– οι ήρωες χάνονται σιγά σιγά. Κάθε τόσο μια κηδεία και σε μια οθόνη προβάλλεται ο εκλιπών, νέος, ωραίος, σε ευτυχισμένες στιγμές. Οι επικήδειοι εξαντλούν τους, όλο και λιγότερους, παρευρισκόμενους και εξαντλούνται σε περιεχόμενο. Τι να πεις; Τι παραπάνω από το «ήταν ταπεινή και τίμια, αφοσιωμένη στον γιο και στην οικογένειά της»;

Ενας από τους τελευταίους επιζώντες ομολογεί: «Πέθαναν όλοι όσοι με χώριζαν από τον θάνατο. Τώρα τίποτα δεν με χωρίζει από τον θάνατο». Ανθρωποι με βαλίτσες, αποσκευές με ροδάκια, μια πόλη σαν χώρος αφίξεων και αναχωρήσεων. Ονειρεύονται την Ελβετία και την Αμερική, πάνε και έρχονται. Ούτε «πάνε» ούτε «έρχονται» επί της ουσίας. Φεύγουν αλλά καμία πραγματικότητα δεν είναι «βολική». Η χώρα καταγωγής βαλτώνει, η χώρα της επιθυμίας δεν είναι όπως την ονειρεύονταν. Υπάρχει, άραγε, τόπος όπου «η απελπισία να γίνεται πιο υποφερτή»;

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ