ΠΟΛΗ

Ιστορίες μικρής κλίμακας στα δρομάκια του Μετς

ΝΙΚΟΣ ΒΑΤΟΠΟΥΛΟΣ

Στην οδό Ευγενίου Βουλγάρεως 17, στο Μετς, ένα μονώροφο σπίτι χτισμένο πιθανώς γύρω στο 1920.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΠΤΥΧΕΣ

Σ​​τη θαυμαστή γωνία όπου ο Ευγένιος Βούλγαρης συναντά τον Λάμπρο Φωτιάδη, στα υψώματα του Μετς, αξίζει κανείς να ανακόψει τον βηματισμό του και να περιεργαστεί ένα παλιό σπίτι που στέκει σε εκείνη τη γωνία. Ο καλόπιστος παρατηρητής θα ήταν καλό αρχικά να σταθεί επί της οδού Φωτιάδη για να νιώσει το σπίτι πριν ακόμη αντικρίσει την πρόσοψη, που είναι στο 17 της Ευγενίου Βουλγάρεως.

Το είχα προσέξει και άλλοτε, το ιδιαίτερο αυτό σπίτι, αλλά τις προάλλες ήταν η στιγμή για τη συνάντησή μας. Τους τελευταίους μήνες εστιάζω και στην «αρχαία» τεχνολογία της οικοδομής, όπως αυτή αποκτά εξωστρέφεια αφού σταδιακά έχει απολεσθεί η επιδερμίδα του σπιτιού. Ετσι, λοιπόν, χάιδεψα τις παλιές πέτρες από τα νταμάρια της Αθήνας, που φαίνονταν ένα μέτρο πάνω από το πεζοδρόμιο της Λ. Φωτιάδη. Εδιναν την εντύπωση πεπτικού συστήματος καθώς φαίνονταν σφηνωμένες κάτω από την ξεφτισμένη ώχρα του σοβά και δίπλα στην τόσο επιμελημένη στήλη με λεπτά τούβλα, από κάποιο φούρνο της Αττικής που έψηνε τα μοντέρνα τότε υλικά. Πόσα είχε να πει αυτό το σπίτι...

Αντικειμενικά ήταν οικία εξαιρετικού κάλλους και λιτών αισθημάτων, με μία μετά δυσκολίας συγκρατημένη τάση για διακοσμητικό μεγαλείο. Αυτό σκέφτηκα όταν ακριβώς στην ακμή της γωνίας, το βλέμμα σκλαβώθηκε από το πήλινο, και σε καλή κατάσταση, επίκρανο που ερχόταν να στέψει μια γεμάτη πτυχώσεις παραστάδα. Το σπίτι φαινόταν να ήταν χτισμένο για μία και μόνο οικογένεια και αυτή η τάση για διακοσμητικό πληθωρισμό ήταν φανερή στην πράσινη εξώθυρα, με εκείνο το πράσινο της σκούρας χλωροφύλλης και όχι του συνηθέστερου μαύρου του κυπαρισσιού. Αλλά ξαναγυρίζοντας το βλέμμα στη στέψη του επίκρανου, είδα τον υπερβάλλοντα ζήλο εκείνου του μάστορα. Στο επίκρανο, τρεις άκανθοι αποτελούσαν τη βάση και, από πάνω, τους στεφάνωνε ένα τραβηγμένο στον πηλό ανθέμιο. Ακόμη πιο ψηλά, ο γεισίποδας, γύριζε με έναν ακόμη άκανθο και όλη η σύνθεση κατέληγε σε προεξοχή με χαλινάρι μια γιρλάντα από φύλλα δάφνης. Ολα αυτά συνέβαιναν σε ένα και μόνο σημείο στην πλαϊνή όψη ενός σπιτιού της προπολεμικής Αθήνας, στο Μετς.

Είχα τριγυρίσει τα στενά. Ακόμη και πολλά παράταιρα να δει κανείς στο Μετς, μένει με έναν μανδύα αγάπης που υπάρχει γι’ αυτή τη συνοικία. Αλλά όσο πλησιάζει κανείς τον Αρδηττό και νιώθει το άρωμα του πευκώνα του και την πυκνή, ιερή σκιά του, τα σπίτια γλυκαίνουν και ο θόρυβος ηρεμεί. Ενιωθα τυλιγμένος με κλωστές, σαν ένας Γκιούλιβερ, σαν κάθε σπίτι να μου είχε αφήσει μια υπόσχεση, όταν έφτασα –έτοιμος– στη γωνία Ευγενίου Βουλγάρεως και Λάμπρου Φωτήλα. Για κάποιον λόγο ένιωσα σχετική ανακούφιση στη θέα αυτού του κανονικού, αθηναϊκού σπιτιού, καθώς είχε κάτι τόσο στέρεο όσο και απόκοσμο λόγω της ερημίας του. Ηταν ζωσμένο με συρμάτινο δίχτυ, σαν ύποπτος φορέας μεταδοτικής νόσου σε καραντίνα άλλης εποχής. Είχα φρέσκια στον νου και την εικόνα του σπιτιού στην οδό Χαρβούρη, κάτω από την Αριστονίκου, ενός ακόμη μονώροφου σπιτιού με μια μεγάλη συκιά που ήταν σαν να είχε ρίζες σε κάθε δωμάτιο. Ολα αυτά ήταν απρόσμενα και αποσπασματικά όπως και το άδειο οικόπεδο στην οδό Γοργίου με τα πιο γοητευτικά ίχνη από κατεδάφιση. Μου έμειναν τα λερωμένα γαλάζια και τα παλιωμένα ροζ.

Αλλά το πράσινο στην είσοδο της Ευγενίου Βουλγάρεως 17 είχε περηφάνια. Και ήταν τόσο λεπτής χάρης το ιωνικό κιονόκρανο σμιλεμένο στο ξύλο. Ναι, θα είχε ζήσει ευτυχισμένες μέρες αυτό το ξεχασμένο σπιτάκι στο Μετς. Το έβλεπα σε μια ατυχή στιγμή της ζωής του, αλλά υπήρχε η υγρασία από τα βλέμματα που προσκαλεί.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

 

 

 Πτυχές 
 

Δείτε τις διαδρομές του Ν. Βατόπουλου στο διαδραστικό χάρτη