ΒΙΒΛΙΟ

Το «Οχι» και το μαρμάρινο κεφάλι

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΑ Δ. ΚΑΡΑΚΩΣΤΑ*

Οι υποστηριχτές του «Οχι» επιδόθηκαν σε μια έντονα δραματοποιημένη επίκληση της εθνικής Ιστορίας, υποστηρίζοντας ότι αυτή ήταν η μόνη ενδεδειγμένη πατριωτική επιλογή.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

«Ξύπνησα με το μαρμάρινο τούτο κεφάλι στα χέρια
που μου εξαντλεί τους αγκώνες και δεν ξέρω πού να τ’ ακουμπήσω.
Επεφτε στο όνειρο καθώς έβγαινα από το όνειρο
έτσι ενώθηκε η ζωή μας και θα είναι πολύ δύσκολο να ξαναχωρίσει».

Μέσα από αυτούς τους στίχους ο Γιώργος Σεφέρης αποτυπώνει εξαιρετικά γλαφυρά στο «Μυθιστόρημά» του τη δραματικότητα που συνοδεύει την αναγνωρισμένη αξία της εθνικής συλλογικότητας. Ο ποιητής ξυπνώντας βρίσκεται με ένα μαρμάρινο κεφάλι στα χέρια του, το οποίο είναι τόσο βαρύ που τον εξαντλεί και δεν ξέρει πού να το ακουμπήσει. Την αίσθηση αυτή την αποκτά στο μεταίχμιο του ονειρικού και του πραγματικού κόσμου. Το δυσβάσταχτο αντικείμενο χανόταν στο απώτατο, ονειρικό παρελθόν τη στιγμή που ο ποιητής αποκτούσε την επαφή του με τη σύγχρονη πραγματικότητα. Το μαρμάρινο κεφάλι, η εθνική δηλαδή παρακαταθήκη, με το εξαντλητικό βάρος της κληρονομιάς που φέρει ενώνεται με τη ζώσα ιστορική στιγμή του ποιητή, καταργώντας τις χρονικές αποστάσεις και επισφραγίζοντας μοιραία την κοινή μελλοντική τους πορεία.

Αυτή ακριβώς η σύνδεση του εθνικού παρελθόντος με το ιστορικό παρόν και η προβολή τους στο διηνεκές μέλλον, μέσα από την ανάδειξη ενός συστήματος αξιών και ιδανικών, συγκροτούν τη βάση πάνω στην οποία δομείται η συλλογική ή δημόσια μνήμη. Η αλληλένδετη σχέση μνήμης και πολιτικής, η σημαίνουσα εργαλειακή συμμετοχή της Ιστορίας σε αυτή τη σχέση και, τέλος, το πώς μπορεί να επηρεάζει αυτή η σχέση την πορεία των εν εξελίξει πολιτικών γεγονότων, ήταν μερικοί από τους προβληματισμούς που ανέκυψαν την εβδομάδα που προηγήθηκε του δημοψηφίσματος.

Το δημοψήφισμα του 2015 προκηρύχθηκε στις 28 Ιουνίου και διεξήχθηκε μία εβδομάδα αργότερα, στις 5 Ιουλίου, καλώντας τους Ελληνες πολίτες να απαντήσουν αν θα πρέπει να γίνει αποδεκτό το σχέδιο συμφωνίας των τριών θεσμών που πρότειναν στην Ελλάδα στις 25 Ιουνίου. Στο διάστημα αυτό οι υποστηριχτές του «Οχι» επιδόθηκαν σε μια έντονα δραματοποιημένη επίκληση της εθνικής Ιστορίας, υποστηρίζοντας ότι η επιλογή αυτή ήταν η μόνη ενδεδειγμένη πατριωτική επιλογή. Οι αναφορές στη νέα τάξη πραγμάτων, στην εθνική μας ταπείνωση, στη διεκδίκηση των γερμανικών αποζημιώσεων και των κατοχικών δανείων, στην πίστη στην Ορθοδοξία, σε μια πανάρχαια χώρα και σε έναν ιστορικό και υπερήφανο λαό που οι ξένες δυνάμεις προσπαθούν να τον καταστήσουν εθνικά υποτελή, με μια νέα εθνική ταπείνωση ισάξια της Μικρασιατικής Καταστροφής και των χαμένων πατρίδων, αναδείχθηκαν σε καθημερινή επωδό, στοχεύοντας στην ιστορική «αφύπνιση» ενός έθνους που έχει μεν καλές προθέσεις, αλλά δυστυχώς βρίσκεται «εν υπνώσει».

Εκείνο ωστόσο που πρέπει να σημειωθεί είναι ότι όλες αυτές οι αφηγήσεις στην πατριωτική δημόσια σφαίρα δεν συνδέθηκαν ποτέ με τη λύση των προβλημάτων της πολιτικής επικαιρότητας. Η ερμηνεία δηλαδή του ηρωικού ελληνικού παρελθόντος δεν αναδείχθηκε ποτέ σε πολιτική λύση του δημοσιονομικού προβλήματος της χώρας. Η Ακρόπολη, ο Κολοκοτρώνης, το Επος του ’40 επιλέχθηκαν και ανεκλήθησαν στην εθνική δημόσια σφαίρα, κινητοποιώντας συναισθήματα και προκαλώντας συμβολικές ταυτίσεις, που είναι εξαιρετικά σημαντικές για τον ανθρώπινο ψυχισμό, χωρίς ποτέ να εξηγηθεί πώς αυτά μπορούν να παραπέμπουν ή τουλάχιστον να συνδέονται με ένα συγκροτημένο οικονομικό πρόγραμμα, μια εφικτή οικονομική πρόταση για την ανασυγκρότηση της ελληνικής οικονομίας. Η ερμηνεία των ιστορικών θεμάτων οδηγούσε πάντοτε σε ένα επιμύθιο που δεν μπορούσε επουδενί να συνδεθεί με το άνοιγμα των κλειστών τραπεζών ή την παραμονή της χώρας στο ευρώ.

Πίσω από το «εμείς»

Για τον λόγο αυτό είναι αναγκαίο να διακρίνεται κάθε φορά ποιος είναι αυτός που παρουσιάζεται να εκπροσωπεί την Ιστορία. Ποιος είναι δηλαδή αυτός που βρίσκεται πίσω από το «εμείς» ή το «εγώ» και για ποιον σκοπό κάθε φορά. Το περιεχόμενο και τα όρια της εθνικής μνήμης ερμηνεύονται, κατευθύνονται και αξιολογούνται διαφορετικά σε κάθε περίπτωση, ανάλογα με το τι καλούνται να υπηρετήσουν. Για τον Σεφέρη, λόγου χάρη, λίγα μόλις χρόνια μετά την οριστική ήττα της Μεγάλης Ιδέας, η μαρμάρινη κεφαλή δεν παρέπεμπε σε μια ρομαντική και ενθουσιώδη σχέση, αλλά σε μια σχέση αγνού πατριωτισμού που βρίσκεται εκ διαμέτρου αντίθετα από τη φλύαρη φιλοπατρία, που διατείνεται ότι όλα γίνονται και λέγονται για τη σωτηρία της πατρίδας.

* Η κ. Κωνσταντίνα Δ. Καρακώστα είναι δρ Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ