ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ

Μυστικό κρυμμένο κάτω από την έρημο

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΑΤΖΗΝΙΚΟΛΑΟΥ

Η Ναστάζια Κίνσκι στο «Παρίσι Τέξας» του Βιμ Βέντερς.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Πρόπερσι, τέτοιες μέρες, είδα για μία ακόμη φορά, σε αποκατεστημένη ψηφιακή κόπια, το «Παρίσι, Τέξας». Η ταινία ανήκει στον Μίλερ, όχι στον Βέντερς, σκέφτηκα, βγαίνοντας από το «Βοξ». Ο Ολλανδός Ρόμπι Μίλερ πέθανε αρχές Ιουλίου, στα 78 του. Διευθυντής φωτογραφίας του Τρίερ, του Τζάρμους και κυρίως του Βέντερς, κινηματογράφησε, μεταξύ άλλων, το «Δαμάζοντας τα κύματα» –μια ταινία που δεν τολμώ να ξαναδώ–, τον «Νεκρό» –η χαμένη ευκαιρία του Τζάρμους να γυρίσει ένα φιλμ, απασφαλισμένο από την αμερικανική σεναριακή νοοτροπία– και βέβαια το «Παρίσι, Τέξας».

Επιτέλους, κατάλαβα την ταινία, είχα πει σε μια φίλη, εννοώντας πως οι εικόνες είχαν σπάσει τα κόκαλά μου. Στο τέλος, η σφιχτή αγκαλιά της Ναστάζια Κίνσκι στον μικρό γιο της, που έχει να τον συναντήσει τέσσερα χρόνια, σε συνθλίβει. Είναι σαν ν’ αγκαλιάζει όλους τους θεατές, σαν να νιώθεις πάνω σου τη θαλπωρή του πουκαμίσου της, την υφή του, τη μυρωδιά του, το τρίξιμο του πράσινου υφάσματος που μεγεθύνεται στο δωμάτιο του ξενοδοχείου. Η πιο ωραία αγκαλιά στην ιστορία του σινεμά. Η πιο ωραία αγκαλιά στην ιστορία της ζωής.

Νωρίτερα, ο Τράβις αναζητά τη Ναστάζια στο κλαμπ όπου δουλεύει ως στριπτιζέζ. Στην αίθουσα, κάποιο γυναικείο συγκρότημα κάνει πρόβα ένα τραγούδι: «A world of her own». Κάπως έτσι εργαζόταν ο Ρόμπι Μίλερ. Eχτιζε με φως έναν μικρό κόσμο, έναν κόσμο ολότελα δικό του, κλειστό μα ανοιχτό, παρασύροντας βαθιά μέσα του τους σκηνοθέτες που αποφάσιζαν να συνεργαστούν μαζί του· προσφέροντας αυτό που δεν είχαν: λίγη σπλαχνικότητα στον Τρίερ, λίγο φόβο στον Τζάρμους, λίγη ταπεινότητα στον Βέντερς. Μια αγκαλιά που δεν άφηνε τίποτα απέξω, τίποτα να χαθεί.

Στη σκηνή της αναγνώρισης, στον θάλαμο, εκεί όπου ο Τράβις συναντά τη Ναστάζια, κάτω από τις πιο αλλόκοτες συνθήκες, διασταυρώνονται οι τρεις βαθμίδες του βλέμματος, της ηδονοβλεψίας: όραση, τυφλότητα, σινεμά. Ο Τράβις κάθεται μπροστά από τον καθρέφτη και παρόλο που μπορεί να κοιτάξει τη γυναίκα του –έχει πληρώσει γι’ αυτό-, στρέφει την πλάτη του και της μιλάει από μια τηλεφωνική συσκευή. Η Κίνσκι ακούει τη φωνή του, μα δεν τον βλέπει. Βλέπει μονάχα, στο πίσω μέρος του καθρέφτη, το καθρέφτισμά της – όπως τα μάτια του τυφλού που κοιτάζουν πάντα τη σκοτεινή πλευρά των βλεφάρων. Κι ενώ είναι έτοιμη να γδυθεί για τον αόρατο πελάτη, ένα ακόμη μάτι αγκαλιάζει το σύνολο της διχοτομημένης εικόνας.

Είναι το μάτι του Μίλερ που, καθώς κινηματογραφεί το μουστάκι του Τράβις, τα ξανθιά μαλλιά της Ναστάζια, το λευκό τηλέφωνο, το φιμέ τζάμι, την ίδια στιγμή, κρύβει τα πάντα, για να ανασύρει από τον πάτο της σκηνής τον πολύτιμο λίθο της ανθρώπινης απόγνωσης, σπρώχνοντάς μας σ’ έναν χώρο απροστάτευτο, ελεύθερο, πλατύ. Μια έρημος που αν την αναποδογυρίσουμε, θα βρούμε από κάτω ένα μυστικό δίκτυο με ποτάμια και ρυάκια, σαν φλέβες. Ιδού η νεκρολογία, ιδού και η τελευταία φράση της: η καλοκαιρινή ζέστη ήρθε, μα ο ήλιος έχει χάσει μερικές αχτίδες του.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ