ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Ο «άγιος» της νεοελληνικής λογοτεχνίας, ο εμβληματικός Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, όσο βρισκόταν εν ζωή δεν είχε την τύχη να δει κανένα από τα έργα του να αποκτούν σώμα βιβλίου. Ουδείς μπορεί να φανταστεί το μέγεθος της έκπληξης ή της ικανοποίησης που θα γευόταν αν γνώριζε πως προϊόντος του χρόνου, οι ιστορίες του θα τυπώνονταν σε ποικίλες εκδόσεις. Πολλές απ’ αυτές, ωστόσο, είτε κομίζουν μια μερική εικόνα του Σκιαθίτη συγγραφέα είτε παραλλάσσουν ολότελα την εικόνα του, δίχως, προφανώς, να λείπουν και λαμπρά εκδοτικά δείγματα της εργογραφίας του. Στην πραγματικότητα, όσο καλά γνωρίζουμε τα έργα και τις ημέρες του, άλλο τόσο αγνοούμε την ουσία του δημιουργικού του πυρήνα. Το προφανές του ανδρός και του έργου του συχνά ενδύεται με ένα πέπλο παρανάγνωσης ή μερικής ανάλυσης.

Η πρόσφατη έκδοση της «Φόνισσας», δηλαδή του κορυφαίου έργου του, από τις εκδόσεις Πατάκη, έρχεται να αποκαταστήσει πολλές από τις αβλεψίες άλλων εκδοτικών προσπαθειών και συνάμα να ανοίξει πολύπλευρα τη συζήτηση γύρω από αυτό το καινοφανές για την εποχή του έργο, το οποίο ακόμη και σήμερα, 115 χρόνια από το τότε που γράφτηκε, διατηρεί αναλλοίωτα μυστικά και συμβολισμούς.

Η παρούσα έκδοση έχει την ιδιαιτερότητα ότι ακολούθησε πιστά την αρχική εκδοχή του έργου, έτσι όπως τυπώθηκε στο φιλολογικό περιοδικό «Παναθήναια» (σε έντεκα συνεχόμενα τεύχη από τις 15 Ιανουαρίου 1903 έως τις 15 Ιουνίου του ίδιου έτους). Φευ, το μοναδικό αυτόγραφο των έργων του που δεν έχει διασωθεί είναι αυτό της «Φόνισσας». Ως εκ τούτου: θέση πρωτοτύπου λαμβάνει η έκδοση στο συγκεκριμένο περιοδικό.

Οι πτυχές του έργου

Η «νεότευκτη» παρουσίαση της «Φόνισσας» φέρει τη φιλολογική επιμέλεια του Κώστα Σταμάτη. Ο ίδιος έχει συγγράψει μια εκτενέστατη εισαγωγή, στην οποία αναλύονται όλες τις πτυχές του έργου, της ζωής του Παπαδιαμάντη, ενώ δεν παραλείπονται και παράπλευρα ζητήματα όπως η αντίληψη που είχαν οι συγκαιρινοί και οι κατοπινοί συγγραφείς και κριτικοί για τον λογοτεχνικό του κόσμο. Το ακόμη πιο ουσιαστικό της συγκεκριμένης έκδοσης είναι οι ερμηνευτικές σημειώσεις και τα σχόλια που παρατίθενται σε κάθε σελίδα, κάνοντας ακόμη πιο εύληπτη τη νουβέλα στον σημερινό αναγνώστη.

Ο Κώστας Σταμάτης μίλησε στην «Κ» για την «περιπέτεια» της προσπάθειας και παραδέχθηκε πως: «Χρειάστηκε 1,5 χρόνος για να ολοκληρωθεί από τη στιγμή που ξεκίνησε ως ιδέα έως τη στιγμή που φτάσαμε στο τυπογραφείο. Αυτό που προσπαθήσαμε να κάνουμε ήταν να μην αλλοιώσουμε το κείμενο, να αποκαταστήσουμε τα όποια λάθη και να προσφέρουμε μια πλήρως σχολιασμένη έκδοση. Η εισαγωγή είναι μακροσκελής διότι εισχωρεί σε κάθε κύτταρο του παπαδιαμαντικού κόσμου και φωτίζει όλη τη δημιουργία του».


Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης φωτογραφημένος στο καφενείο της Δεξαμενής από τον Παύλο Νιρβάνα.

Σημείωσε, δε, πως για τον ίδιο ήταν ένα «έργο αγάπης», καίτοι γνωρίζει τα εμπόδια που μπορεί να συναντήσει ο σημερινός αναγνώστης. Αναφέρει: «Είναι η σχεδόν άγνωστη γλώσσα που χρησιμοποιεί, αλλά και ο ακατάληπτος κόσμος που περιγράφει, καθώς δεν υπάρχει πλέον ώστε να τον κατανοήσουμε». Γι’ αυτόν τον λόγο, οι σημειώσεις και τα σχόλια λειτουργούν ως γέφυρες με το παρελθόν και το έργο. «Πρόθεσή μου ήταν να διαβαστεί το έργο από τους νέους ανθρώπους. Τα σχόλια και οι σημειώσεις είναι λαογραφικές, υφολογικές και γραμματολογικές και εξηγούν πράγματα που ο σημερινός αναγνώστης δεν γίνεται να γνωρίζει», λέει ο κ. Σταμάτης.

Στο προφανές ερώτημα γιατί η «Φόνισσα» εξακολουθεί να μας απασχολεί, η απάντησή του είναι κατηγορηματική: «Εχουμε να κάνουμε με ένα έργο της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Πρόκειται για το κορυφαίο έργο της νεοελληνικής πεζογραφίας. Ενα δυνατό ψυχογράφημα με αρκετές ιδιαιτερότητες σε σχέση με τα υπόλοιπα που έγραψε ο Παπαδιαμάντης. Η Φραγκογιαννού (σ.σ: η κεντρική ηρωίδα) είναι αυτό που έλεγε ο Αριστοτέλης να ζει και να λειτουργεί κανείς μέσα στη φύση της ύπαρξης. Είναι μια δυναμική γυναίκα που οδηγείται σε ακραίες πράξεις, ενώ στο τέλος δεν ξέρουμε αν τιμωρήθηκε από τον Θεό ή την ανθρώπινη δικαιοσύνη. Η ύστατη σκηνή, η λύτρωση διά του νερού, είναι καθοριστική για την ιστορία. Οι συμβολισμοί του έργου είναι πολλοί και έλκουν την καταγωγή τους από την Παλαιά Διαθήκη και τη δημοτική παράδοση. Θα πρέπει να κατανοήσουμε πως το φαινόμενο της θηλυκτονίας ήταν υπαρκτό και οι παλαιότεροι το γνωρίζουν. Σε περιοχές μακριά από τα αστικά κέντρα, πολλές οικογένειες οδηγήθηκαν σ’ αυτήν για να μη δώσουν προίκα στις κόρες και να μην κατατμηθεί η μικρή περιουσία της οικογένειας. Η “Φόνισσα” είναι έργο για μελέτη κι όχι για απλό διάβασμα. Ο επαρκής αναγνώστης θα χρειαστεί πολλαπλά κοιτάγματα και ψάξιμο κάτω από το υπέδαφος των λέξεων».

«Στο μυαλό του για χρόνια»

Εξ αντικειμένου, ο Παπαδιαμάντης δεν χρησιμοποιεί τη μυθοπλασία για να σχηματοποιήσει το έργο. Οπως αναφέρει ο κ. Σταμάτης: «Σε αντίθεση με άλλους συγγραφείς της εποχής του, ο Παπαδιαμάντης γράφει για βιωμένα πράγματα και δεν επινοεί. Τα έργα του δεν είναι πεποιημένα. Η ζωή του, η ψυχή του και ο τρόπος που ζούσε συμπίπτουν με το έργο του. Εγραφε για ό,τι μπορούσε να περιγράψει».

Η «Φόνισσα» βρίσκεται στην κορωνίδα της εργογραφίας του διότι όπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο επιμελητής της έκδοσης: «Δεν την έγραψε ούτε τυχαία ούτε ξαφνικά. Την είχε στο μυαλό του για χρόνια. Είχε προϋπάρξει μια δεύτερη αποτυχία να εκδώσει βιβλίο και ήταν ήδη κουρασμένος και απογοητευμένος από τη ζωή».

Οι ψηφίδες της ζωής του Παπαδιαμάντη εξηγούν γιατί έγραψε με τον συγκεκριμένο τρόπο. Ο κ. Σταμάτης αναφέρει ακροθιγώς: «Ο Παπαδιαμάντης έγραφε για το κρασί και τα τσιγάρα του. Ηταν ευαίσθητος, μονήρης και πένης. Ενας άγιος-αμαρτωλός, που όμως χόρευε με το στασίδι όταν έψελνε. Εζησε μια ζωή εν Χριστώ, δηλαδή με το καλό, όπως ο Ντοστογιέφσκι, αν και ο ίδιος αρνιόταν σθεναρά όταν του έλεγαν πως μοιάζει με τον Ρώσο συγγραφέα. Είχε ανάγκη για επιβίωση και λογοτεχνική έκφραση. Ο Παπαδιαμάντης είναι για την πεζογραφία ό,τι ο Σολωμός για την ποίηση».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ