ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ

Μια ληστεία «καθρέφτης» της Αμερικής

ΑΙΜΙΛΙΟΣ ΧΑΡΜΠΗΣ

Οι τέσσερις... λήσταρχοι, μεταμφιεσμένοι σε ηλικιωμένους, έτοιμοι για το μεγάλο κόλπο που θα αλλάξει τη ζωή τους.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Οπως διευκρινίζεται από τους τίτλους της αρχής, εδώ δεν πρόκειται για μια ταινία βασισμένη σε αληθινά γεγονότα, αλλά απλώς για μια αληθινή ιστορία. Βλέπετε, το φιλμ του Μπαρτ Λέιτον, που κυκλοφορεί αυτή την εβδομάδα και στις ελληνικές αίθουσες, αφηγείται το χρονικό μιας από τις πιο παλαβές ληστείες που έγιναν ποτέ στην Αμερική. Το κάνει δε με τρόπο αρκούντως πρωτότυπο, ώστε να την κατατάξουμε στις πιο ευχάριστες (κινηματογραφικές) εκπλήξεις του φετινού καλοκαιριού.

Το 2004, κάπου στα μεσοαστικά προάστια του Κεντάκι, εκεί «όπου ποτέ δεν γίνεται τίποτα», δύο πολύ διαφορετικοί μεταξύ τους φίλοι παίρνουν μια παράτολμη απόφαση: να ληστέψουν μια σειρά από σπάνια βιβλία από την πανεπιστημιακή βιβλιοθήκη της περιοχής. Για το σχέδιό τους θα επιστρατεύσουν άλλους δύο νεαρούς, με την τετράδα να βάζει στο μάτι μια κάπως... εναλλακτική εκδοχή του αμερικανικού ονείρου.

Τα κίνητρα

Το πραγματικά ενδιαφέρον στοιχείο στη συγκεκριμένη υπόθεση έχει να κάνει με τα κίνητρα των δραστών, τα όποια λίγο σχετίζονταν με τα χρήματα. Παρά τη μεγάλη αξία των κλοπιμαίων –ανερχόταν σε δεκάδες εκατομμύρια δολάρια– αυτό που αναζητούσαν στην πραγματικότητα οι δύο αρχικοί εμπνευστές του σχεδίου ήταν η απόδραση από τη βαρετή πραγματικότητα. Ο Σπένσερ (Μπάρι Κέογκαν), επίδοξος καλλιτέχνης, κυνηγούσε τις ξεχωριστές εκείνες εμπειρίες που οδηγούν στην έμπνευση, ενώ ο ατίθασος Γουόρεν (Εβαν Πίτερς), βρήκε έτσι τον τρόπο να επαναστατήσει κόντρα στο προκαθορισμένο μονοπάτι του επαγγελματία αθλητή, το οποίο είχε διαλέξει για εκείνον ο πατέρας του.

Ολα αυτά τα γνωρίζουμε, διότι στην κυρίως αφήγηση παρεμβάλλονται, εν είδει ντοκιμαντέρ, συνεντεύξεις με τους αληθινούς πρωταγωνιστές της ιστορίας, αφού βγήκαν από τη φυλακή. Αυτός ο συνδυασμός δράσης και αυθεντικής επεξήγησης κάνει την ταινία συναρπαστική και ζωντανή, εστιάζοντας στους απίθανους αυτούς τύπους που οργάνωσαν μια τέτοια ληστεία περίπου συμβουλευόμενοι κινηματογραφικές ταινίες και το... Google. Η ανοργανωσιά αλλά και το θράσος τους είναι από τα πιο ξεκαρδιστικά στοιχεία της υπόθεσης.

Σε δεύτερο βέβαια –και πιο σημαντικό– επίπεδο, η ιστορία των τεσσάρων φίλων καθρεφτίζει μια κοινωνία η οποία στις εξαιρέσεις της γεννά «τέρατα». Η εμμονή για να ξεχωρίσεις, να διακριθείς από τη μάζα και να ξεφύγεις από τον τρόμο μιας «βαρετής» ζωής δεν έχει πάντοτε ευχάριστα αποτελέσματα. «Ηθελα να ανακαλύψω για ποιον λόγο μια ομάδα από φαινομενικά μορφωμένους νεαρούς άνδρες, οι οποίοι προέρχονταν από ένα άνετο οικονομικό περιβάλλον, σκέφτηκαν να συμμετάσχουν σε ένα έγκλημα τέτοιου μεγέθους», λέει από την πλευρά του ο δημιουργός Μπαρτ Λέιτον και συνεχίζει: «Aυτή ήταν μια μεγαλύτερη και περισσότερο προφητική ιστορία από εκείνη μιας χαμένης και αυξανόμενα ατομικιστικής γενιάς, τα μέλη της οποίας μεγάλωσαν με το μάντρα ότι η ζωή τους θα είναι εξαίσια και πολύ σημαντική».

Το βαρόμετρο της εβδομάδας

- Στο «Βάλε τη γιαγιά στο ψυγείο», η ιταλική κωμωδία στοχεύει στα σύγχρονα οικονομικά προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι νέοι, αλλά και στη διαφθορά στη γειτονική χώρα. Μια νεαρή συντηρήτρια έργων τέχνης βρίσκεται στα πρόθυρα της χρεοκοπίας επειδή το κράτος της χρωστάει λεφτά. Οταν η γιαγιά της πεθαίνει, η κοπέλα αποφασίζει να τη βάλει στο... ψυγείο, προκειμένου να συνεχίσει να εισπράττει τη σύνταξη. Ταυτόχρονα όμως θα γνωρίσει και θα ερωτευθεί έναν ιδεολόγο εφοριακό. Η ταινία σατιρίζει με ευχάριστο –αν και συμβατικό– τρόπο τη σύγχρονη πραγματικότητα, προσφέροντας αρκετές στιγμές εύστοχου μαύρου χιούμορ.

- Στο «Αμπρακατάμπρα» ένας Ισπανός άνδρας που νοιάζεται μόνο για τη δουλειά του και τη Ρεάλ Μαδρίτης θα καταληφθεί, ύστερα από υπνωτισμό, από ένα ξένο πνεύμα. Παρά τη δραματική βελτίωση στη συμπεριφορά του, η σύζυγός του θα κάνει τα πάντα προκειμένου να τον επαναφέρει. Η ισπανική κωμωδία, όχι ακριβώς στα καλύτερά της...

- Στο «Χθες, σήμερα, αύριο» βλέπουμε σε επανέκδοση μια δροσερή κομεντί του Βιτόριο Ντε Σίκα, με το χαρισματικό ζευγάρι των Σοφία Λόρεν και Μαρτσέλο Μαστρογιάνι στους πρωταγωνιστικούς ρόλους. Το σπονδυλωτό φιλμ παρουσιάζει τρεις διαφορετικές μεταξύ τους ιστορίες, διασκεδαστικές αλλά και χαρακτηριστικές για την εποχή, κυρίως αναφορικά με τη θέση της γυναίκας. Η Λόρεν, πιο εντυπωσιακή από ποτέ, ερμηνεύει αρχικά μια γυναίκα που κάνει ασταμάτητα παιδιά προκειμένου να μην καταλήξει στη φυλακή, μια κακομαθημένη αριστοκράτισσα και τέλος μια καλόκαρδη πόρνη που ταλαιπωρεί τους άνδρες γύρω από την Πιάτσα Ναβόνα.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ