Θοδωρής Γεωργακόπουλος ΘΟΔΩΡΗΣ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

Αυτοί που έφυγαν κι αυτοί που μένουν

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Η συζήτηση για την ψήφο των Ελλήνων που ζουν εκτός Ελλάδος φέρνει στην επιφάνεια «υπόγεια» συναισθήματα. Το περιβόητο brain drain των τελευταίων χρόνων επαναλαμβάνεται στον δημόσιο διάλογο ως κάτι κακό.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Είχα μέχρι πρόσφατα την άποψη ότι Ελληνες πολίτες που ζουν εκτός Ελλάδος δεν θα έπρεπε να ψηφίζουν στις ελληνικές εκλογές. Ηταν λανθασμένη, βεβαίως, καθώς μπέρδευα κι εγώ δύο διαφορετικές και εν πολλοίς άσχετες μεταξύ τους κατηγορίες μεταναστών – αυτούς που έχουν το δικαίωμα του εκλέγειν στη χώρα μας, όσους είναι εγγεγραμμένοι στους εκλογικούς καταλόγους δηλαδή, και αυτούς που δεν είναι, ομογενείς τρίτης γενιάς ας πούμε, ανθρώπους που δεν έχουν ζήσει ποτέ εδώ. Το λάθος μου ήταν λάθος προοπτικής. Το να ψηφίζει κανείς στην Ελλάδα είναι πολιτικό δικαίωμα που δεν συνδέεται με κανένα άλλο. Εφόσον είσαι πολίτης, εφόσον το όνομά σου είναι στον κατάλογο, δικαιούσαι να ψηφίσεις όπου κι αν ζεις, όσους φόρους κι αν πληρώνεις. Είναι μάλιστα υποχρέωση του κράτους να σε διευκολύνει να ασκήσεις το δικαίωμά σου στο μέτρο του δυνατού.

Αλλά δεν είναι αυτό για το οποίο ήθελα να σας μιλήσω, μια γνώμη είναι αυτή άλλωστε, ποιον ενδιαφέρει.

Αυτό που μου έκανε περισσότερη εντύπωση ήταν η στάση όσων, ακόμη και σήμερα, που τέθηκε ξανά το θέμα στον δημόσιο διάλογο, υποστηρίζουν την αντίθετη άποψη. Κι όχι η άποψή τους καθαυτή, ούτε η επιχειρηματολογία τους, ούτε τα κίνητρά τους, τα οποία στην περίπτωση των πιστών του καθεστώτος είναι διαφανή και ξεκάθαρα, αλλά κάτι άλλο, υπόγειο, που μέχρι τώρα θεωρούσα άσχετο αλλά τελικά δεν είναι: η απέχθεια «του λαού» για «τις ελίτ». Τη βλέπεις να αναβλύζει πίσω από τα λόγια σχολιαστών του Ιντερνετ και πίσω από τις φράσεις λαϊκιστών στα ΜΜΕ. Τη νιώθεις παντού.

Αυτοί που την τελευταία δεκαετία σηκώνονται και φεύγουν από την Ελλάδα, αυτοί που δραπετεύουν από την κρίση και αναζητούν μια καλύτερη τύχη αλλού, είναι αυτοί που μπορούν. Αυτοί που έχουν τις ικανότητες, τις γνώσεις, το θάρρος και την τόλμη. Βεβαίως, αυτά είναι κατά κανόνα τα χαρακτηριστικά των μεταναστών, αλλά στη δική μας κρίση αυτοί που δραπετεύουν δεν φεύγουν επειδή πέφτουν βόμβες στο Περιστέρι ή επειδή κινδυνεύουν να τους γδάρουν ζωντανούς, αλλά επειδή δεν βρίσκουν καλές δουλειές εδώ. Το περιβόητο brain drain των τελευταίων χρόνων επαναλαμβάνεται στον δημόσιο διάλογο ως κάτι κακό, με την αυτονόητη υπόνοια ότι αυτοί που φεύγουν είναι καλοί και η φυγή τους είναι απώλεια, αλλά, ανάμεσα στις γραμμές και στα μισόλογα, είμαι σίγουρος ότι το έχετε διαγνώσει, ενίοτε εμφανίζονται και διαφορετικά συναισθήματα. Θυμός. Φθόνος.

Δεν πρόκειται ούτε για παράλογο ούτε για σπάνιο φαινόμενο. Πανανθρώπινο είναι, σε όλους τους λαούς υπάρχει και είναι και το ιδανικότερο λίπασμα για την άνθηση του λαϊκισμού. Στον κόσμο μας οι αξιοκρατικές ελίτ έχουν την (υπόγεια ή φανερή) απέχθεια «του λαού» επειδή δεν ταυτίζονται με αυτόν και επειδή αυτός αντιλαμβάνεται ότι δεν έχουν να χάσουν το ίδιο από μια κρίση. Γι’ αυτό μη προνομιούχοι πολίτες σε όλο τον κόσμο συχνά προτιμούν λαϊκιστές που «τους μοιάζουν». Οπως γράφει ο Ιβάν Κράστεφ στο πρόσφατο πεσιμιστικό βιβλίο του «After Europe», ο «λαός» επιλέγει λαϊκιστές εν μέρει επειδή ξέρει ότι αν γίνει μια στραβή, αυτοί θα μείνουν εδώ, καθώς δεν μπορούν να κάνουν και τίποτε άλλο, ενώ οι άλλοι, οι ικανοί, οι μορφωμένοι, οι «ελίτ», θα φύγουν.

Αυτό το φαινόμενο δεν υπήρχε πάντα. Κάποτε «οι ελίτ» ήταν μέρος των κοινωνιών, κομμάτι του «λαού», ακόμα και σε εποχές που η δημοκρατία ήταν πολύ λιγότερο εδραιωμένη. Στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο περισσότερα παιδιά ευγενών σκοτώθηκαν στο πεδίο της μάχης παρά παιδιά φτωχών. Κάποτε οι ελίτ ήταν εξίσου δεμένες με την έννοια της «πατρίδας». Στον παγκοσμιοποιημένο κόσμο, όμως, οι φτωχότεροι και οι λιγότερο μορφωμένοι βλέπουν τις ελίτ να διεθνοποιούνται. Να σπουδάζουν έξω, να μεταναστεύουν χωρίς μεγάλες θυσίες, όχι επειδή πεινούν εδώ, αλλά επειδή θα βγάλουν περισσότερα λεφτά αλλού. Στις κρίσεις, στις δυσκολίες και στις αναποδιές, οι μεν και οι δε δεν έχουν να χάσουν τα ίδια. Είναι φυσιολογικό να αποξενώνονται, να νιώθουν την απόσταση μεταξύ τους να μεγαλώνει.

Αυτό είναι ένα θέμα πολύ ευρύτερο από την ψήφο των μεταναστών ή την άνοδο του λαϊκισμού. Είναι ίσως η σημαντικότερη διαιρετική γραμμή που εμφανίζεται στις δυτικές κοινωνίες, ένα χάσμα που ανοίγει η διευρυμένη οικονομική ανισότητα, το οποίο πιθανότατα δεν κλείνει πια μόνο με επιδόματα και κράτος πρόνοιας και σίγουρα δεν κλείνει με τις «ελίτ» να κουνάνε διδακτικά το πεφωτισμένο τους δάχτυλο, επικαλούμενες τη λογική.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ