ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Ιστορία

«Εποχή πνευματικού φωτός» χαρακτήριζε ο Παπαδόπουλος την περίοδο μετά την 21η Απριλίου (το 1969 είχε χαρακτηριστεί «έτος φωτός» από τους κρατούντες, με τη διαβόητη «Ολυμπιάδα Τραγουδιού»). Είναι γνωστό τι ακριβώς αντιπροσώπευε αυτό το «φως»: μαυροπίνακες βιβλίων και συγγραφέων, παραλήρημα αντικομμουνιστικής προπαγάνδας, εκδίωξη όλων των αντιφρονούντων καθηγητών από τα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα, απόλυτη χρήση της τηλεόρασης, πομπώδεις ασυναρτησίες της γλώσσας των δικτατόρων.

Στις 12 Μαΐου 1967 επιβάλλεται η λογοκρισία, με την απαγόρευση βιβλίων Ελλήνων και ξένων συγγραφέων, φθάνοντας μάλιστα σε επίπεδο φαιδρότητας, αν λάβουμε υπόψη ότι απαγορεύθηκαν ακόμα και βιβλία μεθόδων εκμάθησης της ρωσικής γλώσσας. Σε μια πρώτη φάση –είναι αξιοσημείωτο– συμπεριλαμβάνονται και τα έργα του Σολζενίτσιν, πριν η χούντα αντιληφθεί ότι ανήκει στους αντιφρονούντες και μετατραπεί σε παράδειγμα της κομμουνιστικής καταπίεσης. Αρχικά, οι λογοτέχνες αποφάσισαν να σιωπήσουν. Αυτό είχε τεράστια συμβολική αξία, αλλά δεν ήταν αρκετό.

Διερεύνηση των ορίων της αντίστασης

Θα ήταν, φυσικά, δύσκολο να υπάρξουν διανοούμενοι που θα ασκούσαν ελεύθερα κριτική στη χούντα. Αλλωστε, όσοι εκφράστηκαν ανοικτά εναντίον της (Αρ. Μάνεσης, Δημ. Μαρωνίτης) διώχθηκαν, εξορίστηκαν ή φυλακίστηκαν. Μια πρώτη αίσθηση είναι πως απουσιάζουν οι ελεύθερες ατομικές φωνές των πνευματικών ανθρώπων κατά της ανελευθερίας των δικτατόρων. Δεν μοιάζει παράλογη η υπόθεση πως αυτό συμβαίνει εξαιτίας του φόβου για το τίμημα της υπεράσπισης των δημοκρατικών και προσωπικών αξιών.


Ιανουάριος 1972. Ο Στρατής Τσίρκας στο Παρίσι, για να παραλάβει το βραβείο καλύτερου ξένου μυθιστορήματος για τις «Ακυβέρνητες πολιτείες». Δεξιά του, ο Θανάσης Βαλτινός.

Η αποβολή της Ελλάδας από το Συμβούλιο της Ευρώπης –μάχη στην οποία πρωταγωνίστησαν και λογοτέχνες, ενημερώνοντας τους ξένους δημοσιογράφους για το τι πραγματικά συνέβαινε στη χώρα– υποχρέωσε τη χούντα να άρει την προληπτική λογοκρισία και επέτρεψε στους διανοουμένους να αναζητήσουν δαιδαλώδεις μεν αλλά υπαρκτούς διαδρόμους για να εκφράσουν δυναμικότερα την αντίθεσή τους, λειτουργώντας στο πρότυπο που οριοθετεί ο Σεφέρης στην επιστολή της 9ης Σεπτεμβρίου 1948 προς τον Θεοτοκά με τη φράση «ρίχνω όταν και όπως μπορώ μια μποτίλια στο πέλαγο, και όποιος τη μαζέψει».

Πρώτο και άκρως συγκλονιστικό δείγμα είναι αναμφίβολα η έκδοση των «Δεκαοκτώ Κειμένων». Από την άλλη, δεν πρέπει να μας διαφεύγει την προσοχή πως τόσο η δήλωση του Σεφέρη όσο και τα «Δεκαοκτώ Κείμενα» δεν προήλθαν από το απόλυτο μηδέν. Δημιουργοί όπως ο Ρίτσος και ο Θεοδωράκης γράφουν συνεχώς τα πρώτα χρόνια της χούντας, σε συνθήκες αυξημένου ρίσκου, παρανομίας ή εγκλεισμού. Επιπλέον, πολιτιστικά σωματεία και χώροι εκδηλώσεων που δεν ανέστειλαν τη λειτουργία τους μετά την 21η Απριλίου αναζητούν τρόπους διερεύνησης των ορίων της αντίστασης.

Υπάρχει όμως και συνέχεια. Από τους τελευταίους μήνες του 1969 ξεπηδούν νέοι εκδοτικοί οίκοι, με προοδευτικό αντιδικτατορικό πρόγραμμα, αρχικά στραμμένοι προς τη μετάφραση (Μπαρτ, Μαρκούζε, Μπρεχτ) και την επανέκδοση κειμένων Ελλήνων συγγραφέων (Κοραής, Ρήγας, Γληνός). Ξεχωριστή είναι η περίπτωση του Παύλου Ζάννα, κρατούμενου στις φυλακές της Αίγινας για τη συμμετοχή του στη Δημοκρατική Αμυνα, ο οποίος μεταφράζει το «Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο» του Προυστ. Αξίζει να αναφέρουμε και τη δραστηριότητα της Ελληνοευρωπαϊκής Κίνησης Νέων (ΕΚΙΝ), η οποία δημιουργείται από έναν πυρήνα φοιτητών το 1970 και επιδίδεται σε διαλέξεις, εκδηλώσεις και εκδοτική δραστηριότητα με αντιδικτατορικό πρόσημο. Στη συνέχεια, η Εταιρεία Μελέτης Ελληνικών Προβλημάτων (ΕΜΕΠ), με πρόεδρο τον Γιάγκο Πεσμαζόγλου, καλεί το 1972 τον Γκίντερ Γκρας στην Αθήνα, ο οποίος θα εκφωνήσει μια ευθέως αντικαθεστωτική ομιλία. Σύλλογοι όπως η «Τέχνη» της Θεσσαλονίκης ή η γκαλερί «Ωρα» του Μπαχαριάν στην Αθήνα δραστηριοποιούνται με ολοένα και πιο τολμηρό τρόπο. Στόχος είναι να αντιπαρατεθεί μια άλλη εκδοχή στην «εθνική» αφήγηση και στη μαζική κουλτούρα που η χούντα έχει εισαγάγει από το 1967.


27.5.1970. Ο Μίκης Θεοδωράκης μιλάει σε αντινατοϊκή εκδήλωση στην Ιταλία. Υπήρξε από τους πρωτεργάτες του αντιχουντικού αγώνα.

Το φαινόμενο είναι ανάλογο και στον διεθνή χώρο, όπου, ταυτόχρονα με τη σκλήρυνση ενός κεντρικού εξουσιαστικού μηχανισμού, παρατηρείται η έκρηξη μιας μετωπικής αντιπρότασης, με τους νέους σε πρωταγωνιστικό ρόλο. Περιορίζομαι να αναφέρω μόνον τους τροπικαλιστές στη Βραζιλία. Συγχρονισμένοι με τα νέα μουσικά ρεύματα εκείνης της εποχής (ροκ, ηλεκτρικός ήχος), στα τέλη του ’60, «ανέπλασαν» το ψυχεδελικό ροκ, τη ρέγκε, την άφρο τζαζ και την παραδοσιακή βραζιλιάνικη μουσική, συνδυάζοντάς τα με την αντιδικτατορική πολιτική έκφραση.

Από το Μονσεράτ στην Επανάσταση του ’21

Στις 12 Δεκεμβρίου 1970 περίπου τριακόσιοι Καταλανοί διανοούμενοι και καλλιτέχνες κλείστηκαν συμβολικά στο αββαείο του Μονσεράτ, εκφράζοντας την αντίθεσή τους στη δικτατορία του Φράνκο. Εξέδωσαν μάλιστα και μια καταγγελία του καταπιεστικού καθεστώτος, με την οποία ζητούσαν τον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και τη διάλυση των ειδικών φρανκικών δικαστηρίων. Με πρωτοβουλία του Στρατή Τσίρκα, 28 Ελληνες συγγραφείς, ποιητές και καλλιτέχνες, οι οποίοι εξέφραζαν ένα ευρύ ιδεολογικό φάσμα (ενδεικτικά: Γιώργος Σεφέρης, Γιάννης Ρίτσος, Στρατής Τσίρκας, Τάκης Σινόπουλος, Μανόλης Αναγνωστάκης, Αννα Συνοδινού), συνυπέγραψαν ένα τηλεγράφημα προς τον ηγούμενο της Μονής Μονσεράτ. Το ακριβές κείμενο είχε ως εξής: «Παρακαλούμε να διαβιβάσετε στην Αννα Μαρία Ματούτες, τον Χουάν Μιρό και τους συναδέλφους των τα αισθήματα αλληλεγγύης των υπογραφομένων Ελλήνων διανοουμένων και καλλιτεχνών καθώς και την ευχή μας να πετύχει ο αξιοθαύμαστος αγώνας που διεξάγουν οι Ισπανοί διανοούμενοι για την ελευθερία και τον ανθρωπισμό».


Η αντιδικτατορική ομιλία του Γκίντερ Γκρας στην εκδήλωση της ΕΜΕΠ το 1972 κυκλοφόρησε σε βιβλίο.

Τον Μάρτιο του 1971, με αφορμή τις προγραμματισμένες από το καθεστώς εκδηλώσεις για τα 150 χρόνια της Επανάστασης, κυκλοφόρησε μια εκτεταμένη προκήρυξη που άρχιζε ως εξής («Τα Νέα», 23 Μαρτίου 1971): «Η συμπλήρωση 150 χρόνων από την Επανάσταση του 1821, επιβάλλει να υπενθυμίσουμε τον αληθινό της χαρακτήρα και το ιδεολογικό της περιεχόμενο. Υπήρξε εξέγερση λαού κατά της τυραννίας, ότι στόχους είχε, ταυτόχρονα και αδιαίρετα, την εθνική ανεξαρτησία και τη λαϊκή κυριαρχία, ότι ξαναζωντάνεψε την πανάρχαια δημοκρατική παράδοση των Ελλήνων. Αποτελεί θεμελιώδη υποθήκη του ’21, εκφρασμένη στα συνταγματικά κείμενα του αγωνιζόμενου Ελληνισμού ότι ένα έθνος τότε μόνο είναι αληθινά ελεύθερο, όταν είναι ελεύθεροι όλοι οι πολίτες του». Επρόκειτο για την πρώτη μαζική εκδήλωση αντίστασης του πνευματικού και καλλιτεχνικού κόσμου κατά της δικτατορίας.


23.4.1969. Η καταγγελία 18 λογοτεχνών κατά της ανθολόγησης διηγημάτων χωρίς τη συγκατάθεση των συγγραφέων που είχε αποφασίσει η χούντα.

Συστράτευση στον αντιδικτατορικό αγώνα

Υπερβαίνοντας το διχαστικό κλίμα των προηγούμενων δεκαετιών, η ενότητα των πνευματικών ανθρώπων διαδραμάτισε αποφασιστικό ρόλο στην απομόνωση των συνταγματαρχών συντελώντας σε συνδυασμό και με άλλους παράγοντες, στη μετέπειτα πτώση τους. Η άποψη που έχει εκφράσει ο Ν. Κ. Αλιβιζάτος («Πραγματιστές, Δημαγωγοί και Ονειροπόλοι», ειδικά για τον Ρ. Ρούφο), ότι δηλαδή η στάση των διανοούμενων δεν επέτρεψε στη χούντα να κερδίσει την κρίσιμη μάζα του λαού που θα της επέτρεπε να μακροημερεύσει, αποτελεί όντως επίτευγμα των πνευματικών ανθρώπων. Καθοριστικός είναι ο ρόλος του Ρόδη Ρούφου και του Στρατή Τσίρκα, εκπροσώπων της Κεντροδεξιάς και της Αριστεράς, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Θανάση Βαλτινού, στο να επιτευχθεί η συστράτευση όλων στον αντιδικτατορικό αγώνα, κάτι που παρουσιάζει αναλογίες με την προτροπή του Γκέοργκ Λούκατς προς όλους τους ξένους διανοούμενους –είτε πρόκειται για κομμουνιστές είτε για φιλελεύθερους αστούς– να συμπαρασταθούν στον ελληνικό λαό.

Τον Σεπτέμβριο του 1941, τριάντα χρόνια πριν από τον θάνατό του, ο Σεφέρης γράφει στην Πραιτώρια το «Υστερόγραφο». Οι συνθήκες της εποχής εκείνης αντανακλούν τη βαθιά του αποστροφή προς όσους ασκούν εξουσία. Εγκλωβισμένοι στις αγκυλώσεις τους, ανυπόστατοι, ανίκανοι να αντιληφθούν και να αξιοποιήσουν αυτούς που πραγματικά μπορούν να προσφέρουν, στηρίζοντας όσους απλώς ξέρουν να ελίσσονται και να καλύπτουν την ανικανότητά τους, «ψυχές μαραγκιασμένες από δημόσιες αμαρτίες, καθένας κι ένα αξίωμα σαν το πουλί μες στο κλουβί του», γίνονται στόχος του ποιητή:

«Κύριε, δεν ξέρουνε πως είμαστε ό,τι μπορούμε να είμαστε γιατρεύοντας τις πληγές μας με τα βότανα που βρίσκουμε πάνω σε πράσινες πλαγιές, όχι άλλες, τούτες τις πλαγιές κοντά μας· πως ανασαίνουμε όπως μπορούμε να ανασάνουμε με μια μικρούλα δέηση κάθε πρωί που βρίσκει το ακρογιάλι ταξιδεύοντας στα χάσματα της μνήμης. Κύριε, όχι μ’ αυτούς. Ας γίνει αλλιώς το θέλημά σου».

* Ο κ. Νικόλαος Μπουμπάρης είναι φιλόλογος-ιστορικός, πρόεδρος του Συνδέσμου Φιλολόγων Αργολίδας.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ