ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

«Οχι» σε περιορισμούς στις προσφορές λέει ο ΣΕΒ

ΔΗΜΗΤΡΑ ΜΑΝΙΦΑΒΑ

Το ποσοστό επώνυμων προϊόντων που διατέθηκε σε προσφορά το 2017 ήταν 51,7% από 33,1% το 2009.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Αφήστε την αγορά να αυτορρυθμιστεί ή τουλάχιστον μην προχωράτε σε νομοθετικές παρεμβάσεις χωρίς να προηγηθεί ανάλυση κόστους - οφέλους». Αυτό είναι το μήνυμα του Συνδέσμου Επιχειρήσεων και Βιομηχανιών (ΣΕΒ), στο πλαίσιο της ειδικής έκθεσης που δημοσιοποίησε χθες με θέμα τις προωθητικές ενέργειες και προσφορές, οι οποίες τα τελευταία χρόνια βρίσκονται στο επίκεντρο των σχέσεων βιομηχανίας - λιανεμπορίου - τελικού καταναλωτή.

Αυτή η ειδική έκθεση-παρέμβαση αποτελεί ταυτόχρονα μια προσπάθεια να προλάβει ενδεχόμενη πρωτοβουλία της κυβέρνησης για νέες αλλαγές στο θεσμικό καθεστώς που διέπει τις προσφορές και τις προωθητικές ενέργειες, ειδικά καθώς τον περασμένο Μάιο ο γενικός γραμματέας Εμπορίου και Προστασίας του Καταναλωτή Δημήτρης Αυλωνίτης είχε αποστείλει σε θεσμικούς φορείς του εμπορίου σχετικά ερωτηματολόγια. Κι αυτό, διότι το παρελθόν, και μάλιστα όχι το πολύ μακρινό, έδειξε ότι οι πολλές και συχνά σπασμωδικές παρεμβάσεις των κυβερνήσεων ούτε τον καταναλωτή ωφέλησαν ούτε τη διαφάνεια ενίσχυσαν, παρά μόνο πρόσθεσαν διοικητικά βάρη στη λειτουργία των επιχειρήσεων. Μόνο την περίοδο 2009-2011 εκδόθηκαν τέσσερις σχετικές αγορανομικές διατάξεις, εκ των οποίων οι δύο τελικά ακυρώθηκαν ή ανακλήθηκαν.

Το 2014, σε εφαρμογή των συστάσεων του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ), όπως αυτές περιγράφονταν στην περίφημη πρώτη «εργαλειοθήκη ανταγωνισμού», καταργήθηκαν οι διάφοροι περιορισμοί που έθεταν οι αγορανομικές διατάξεις, οι οποίες υποκαταστάθηκαν από τον Κώδικα Δεοντολογίας για την προστασία του καταναλωτή κατά τις προσφορές, τις εκπτώσεις και τις προωθητικές ενέργειες. Το 2017, στο πλαίσιο της αναθεώρησης των ΔΙΕΠΠΥ (Κανόνες Διακίνησης και Εμπορίας Προϊόντων και Παροχής Υπηρεσιών), το υπουργείο Οικονομίας επιχείρησε να παρέμβει εκ νέου σχεδιάζοντας την εισαγωγή ορισμού της «αρχικής τιμής» των προϊόντων υπό καθεστώς προσφορών και προωθητικών ενεργειών στους κανόνες ΔΙΕΠΠΥ, καθώς και την επιβολή κυρώσεων στους παραβάτες, παρέμβαση η οποία τελικά απεφεύχθη.

Για να αντιληφθεί κάποιος τη σημασία που έχουν πλέον οι προσφορές στη λειτουργία της αγοράς, αρκεί να πούμε ότι, σύμφωνα με τα στοιχεία της Nielsen, το ποσοστό (σε όγκο) των λεγόμενων ταχυκίνητων καταναλωτικών αγαθών (βασικά είδη σούπερ μάρκετ που καταναλώνονται συχνά) που ήταν σε προσφορά το 2017 ανήλθε σε 44,1%, ενώ το 2009 το αντίστοιχο ποσοστό ήταν πολύ χαμηλότερο, 29,9%. Το ποσοστό επώνυμων προϊόντων που διατέθηκε σε προσφορά το 2017 ήταν 51,7% από 33,1% το 2009. Εξάλλου, σε έρευνα της MRB Hellas, από το 2010 κι έπειτα, σταθερά τουλάχιστον έξι στους δέκα καταναλωτές δηλώνουν ότι πάντα αναζητούν τις προσφορές στις αγορές τους. Επίσης, σημαντικά υψηλό ποσοστό (45,2% το 2018) δηλώνει ότι χρησιμοποιεί πάντα εκπτωτικά κουπόνια και δωροεπιταγές.

Τέλος, σύμφωνα με στοιχεία της Nielsen, το ποσοστό των καταναλωτών που μεταβάλλει τη συμπεριφορά του λόγω των προωθητικών ενεργειών και προσφορών αυξάνεται συνεχώς: από 60% το 2005 σε 71% το 2010 και τελικά σε 77% το 2017. Η επιρροή μάλιστα των προωθητικών ενεργειών και προσφορών ήταν τέτοια που «έκαμψε» μερικώς ακόμα και την πιστότητα στις μάρκες: πλέον σχεδόν ένας στους τρεις καταναλωτές αγοράζει βάσει προσφορών και όχι μάρκας.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ