ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Κωπηλατώντας στα ίχνη των μεγάλων εξερευνητών μέσα από φιόρδ, πόλεις-φαντάσματα και παροπλισμένα ορυχεία.

Χαμένο στην απεραντοσύνη του Αρκτικού ωκεανού, το αρχιπέλαγος Svalbard, μεταξύ του 76ου και του 81ου βόρειου παράλληλου, είναι ένας άλλος κόσμος. Τον χειμώνα, τα νησιά βυθίζονται στο σκοτάδι και στην παγωνιά. Το καλοκαίρι όμως ο ήλιος δεν δύει και έτσι, κατά τη διάρκεια της αρκτικής ημέρας, σφύζει από ζωή, με χιλιάδες πουλιά και θαλάσσια θηλαστικά. Πρόκειται για ένα σύμπλεγμα νησιών απομακρυσμένο, μυστηριώδες και ακραίο, που θεωρείται το βασίλειο της πολικής αρκούδας, καθώς σε ολόκληρο το αρχιπέλαγος ζουν μόλις 2.500 άνθρωποι, ενώ οι πολικές αρκούδες υπολογίζονται στις 4.000 περίπου. Η περιοχή είναι άγονη και χαρακτηρίζεται ως αρκτική έρημος, με ελάχιστη επιφανειακή βλάστηση, βραχώδη βουνά, μεγαλοπρεπείς παγετώνες και παγωμένα νερά στα φιόρδ της.


Προσοχή στις πολικές αρκούδες!  (Φωτογραφία: ΝΙΚΟΣ ΤΟΔΟΥΛΟΣ)

Το αρχιπέλαγος ανακαλύφθηκε από τον Ολλανδό εξερευνητή Γουλιέλμο Μπάρεντς το 1596 και αρχικά ονομάστηκε Spitsbergen, δηλαδή «τα βουνά με τις απόκρημνες κορυφές». Μετονομάστηκε σε Svalbard τη δεκαετία του 1920, με την υπογραφή της ομώνυμης συνθήκης, από ένα ισλανδικό έπος του 1194 το οποίο περιγράφει πώς οι Σκανδιναβοί ναυτικοί έφτασαν στην ακατοίκητη γη Svalbard, που θα πει «το κρύο χείλος». Η συνθήκη του Svalbard έδωσε στη Νορβηγία κυριαρχικά δικαιώματα πάνω στο αρχιπέλαγος, αλλά σε όλα τα συμβαλλόμενα μέρη –ανάμεσά τους οι ΗΠΑ, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Ρωσία– παραχωρήθηκαν ίσα δικαιώματα πρόσβασης και εκμετάλλευσης των φυσικών πόρων. Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η Σοβιετική Ένωση δημιούργησε δύο ανθρακωρυχεία στο Spitsbergen, το μεγαλύτερο νησί του αρχιπελάγους, ένα στο Pyramiden και ένα ακόμα στο Barentsburg. Η Ελλάδα υπέγραψε τη συνθήκη στις 21 Οκτωβρίου 1925. Σύμφωνα με το νομικό πλαίσιο διατηρεί μέχρι σήμερα δικαιώματα εξόρυξης, ωστόσο καμία χώρα δεν τα εκμεταλλεύτηκε ποτέ πλην της Ρωσίας.

Στόχος της αποστολής μας ήταν η προσέγγιση με καγιάκ διάφορων περιοχών στα παγωμένα νερά των φιόρδ, κατασκηνώνοντας στις όχθες. Ήταν επίσης διάφορες δύσκολες, τεχνικές και πολλές φορές επίπονες αναβάσεις σε αρκτικές κορυφές, όπως το Trollsteinen, το Nordenkjoldtoppen και το Hiorthfjellet μέσα από παγετώνες, βραχώδεις εκτεθειμένες κόψεις, χιονισμένες απότομες ράχες, αλπικές κορυφογραμμές και ορμητικά ποτάμια. Η θέα από τις κορυφές ήταν εντυπωσιακή και επιβλητική, με την απεραντοσύνη της ανέγγιχτης φύσης της Αρκτικής στα πόδια μας, από την παγωμένη ενδοχώρα μέχρι την κρύα θάλασσα, το πολικό ρεύμα και τις ατελείωτες γρανιτένιες κορυφές του Βορρά.

Ο ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟΣ ΟΙΚΙΣΜΟΣ 

Βάση μας για τις επόμενες μέρες αποτέλεσε το Longyearbyen. Είναι ο μεγαλύτερος οικισμός του αρχιπελάγους, όπου κατοικεί η πλειονότητα των λιγοστών κατοίκων. Ο ήλιος αυτή την εποχή δεν δύει, πράγμα που μας διευκόλυνε αφάνταστα στις μακρινές μας διαδρομές. Το έδαφος στο αρχιπέλαγος χαρακτηρίζεται ως «permafrost»: το χώμα είναι παγωμένο όλο τον χρόνο στα 10 έως 40 μ. βάθος, με ένα ενεργό στρώμα που λιώνει κάθε καλοκαίρι, καθώς τότε οι θερμοκρασίες αυξάνονται πάνω από το μηδέν. Έτσι, η πόλη είναι χτισμένη πάνω σε πασσάλους, οι οποίοι κρατούν τα κτίρια υπερυψωμένα για την πρόληψη πλημμυρών ή πιθανής βύθισης.

Η πρώτη εμπορικά βιώσιμη μεταλλευτική εταιρεία στην περιοχή ιδρύθηκε από τον Αμερικανό επιχειρηματία John Munroe Longyear, ο οποίος έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το απέραντο, άγονο τοπίο και την άγρια φύση του νησιού. Συνέλεξε μερικά δείγματα άνθρακα και, όταν αυτά αποδείχθηκαν πολύ καλής ποιότητας, αποφάσισε, τον Ιούνιο του 1905, να επιστρέψει μαζί με πλήρη εξοπλισμό εξόρυξης και 25 ανθρακωρύχους και να ξεκινήσει τη δική του περιπέτεια στην Αρκτική. Το πρώτο ορυχείο ονομάστηκε «Αμερικανικό Ορυχείο». Σιγά σιγά αυτή η μικρή κοινότητα ανθρακωρύχων άρχισε να μεγαλώνει και να οργανώνεται, δημιουργώντας μια μικρή πόλη. Σπίτια χτίστηκαν, εξασφαλίστηκε η παροχή νερού και κατασκευάστηκαν ξύλινοι πυλώνες με συρματόσχοινα και βαγονέτα από το ορυχείο μέχρι το λιμάνι, για την ευκολότερη μεταφορά του κάρβουνου.

Ο Longyear, τρέφοντας τη μεγαλοαστική του ματαιοδοξία, έδωσε το όνομά του σε αυτή την καινούργια πόλη. Η βιομηχανία εξόρυξης άνθρακα στην Αρκτική αποδείχθηκε εξαιρετικά επικερδής επιχείρηση. Κατά την περίοδο 1907-1915, 173.000 τόνοι κάρβουνου είχαν αποσταλεί στις ΗΠΑ. Το 1916, ο Longyear αποφάσισε να προχωρήσει στην πώληση του ορυχείου στους Νορβηγούς, οι οποίοι άλλαξαν την ονομασία της πόλης για να ταιριάζει καλύτερα στη δική τους γλώσσα. Έτσι ιδρύθηκε το Longyearbyen υπό νορβηγική διοίκηση και μια νέα εποχή ξεκίνησε.

Στην ευρύτερη περιοχή βρίσκεται και η Παγκόσμια Τράπεζα Σπόρων. Ουσιαστικά αποτελεί ένα ασφαλές θησαυροφυλάκιο σπόρων, που ξεκίνησε τη λειτουργία του το 2008 και στόχο έχει να συμβάλει στη διαφύλαξη της βιοποικιλότητας στον πλανήτη. Κατασκευάστηκε σε ένα παλιό ορυχείο, βαθιά μέσα στο μόνιμα παγωμένο στρώμα του εδάφους, ώστε να διατηρείται χαμηλή η θερμοκρασία του. Βρίσκεται ψηλά στο βουνό για την αποφυγή πιθανής αύξησης της στάθμης της θάλασσας, αλλά και πολύ βαθιά στη γη, για να είναι προστατευμένο ακόμα και από μια πυρηνική έκρηξη ή σύγκρουση μεγάλου μετεωρίτη με τη Γη. Πρόσφατα η κυβέρνηση της Νορβηγίας αποφάσισε να επενδύσει σχεδόν 13 εκατ. δολάρια για να ενισχύσει το κτίριο όπου στεγάζεται, γιατί με τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής στο «permafrost» προκλήθηκαν ασυνήθιστα υψηλές θερμοκρασίες και κινδύνευσε να πλημμυρίσει το καλοκαίρι του 2017.

PYRAMIDEΝ: Η ΠΟΛΗ-ΦΑΝΤΑΣΜΑ

Η πόλη Pyramiden ιδρύθηκε το 1910 από τη σουηδική κυβέρνηση και πωλήθηκε στη Σοβιετική Ένωση το 1927. Βρίσκεται στις ακτές του φιόρδ Billefjorden και πήρε την ονομασία της από το βουνό σε σχήμα πυραμίδας που βρίσκεται πάνω από την πόλη. Τα απομεινάρια των ορυχείων και της έντονης μεταλλευτικής δραστηριότητας του παρελθόντος είναι ορατά. Κατά μήκος της πλαγιάς υπάρχουν δύο μεγάλου μήκους σήραγγες που φτάνουν σχεδόν στην κορυφή του, μία για τη μετακίνηση των ανθρακωρύχων και μία για τη μεταφορά του κάρβουνου. Σήμερα ανήκει στην κρατικής ιδιοκτησίας ρωσική μεταλλευτική εταιρεία Trust Arktikugol.


To μνημείο του Pyramiden, στην είσοδο της πόλης. (Φωτογραφία: © Getty Images/Ideal Image)

Κάποτε είχε πληθυσμό πάνω από 1.000 κατοίκους. Εδώ αναπτύχθηκε μια ακμάζουσα κοινότητα όλα αυτά τα χρόνια, που στο απόγειό της ήταν μια πόλη-πρότυπο, σε αντίθεση με οποιαδήποτε άλλη της ΕΣΣΔ. Μερικές από τις παροχές ήταν: πολιτιστικό κέντρο με θέατρο, βιβλιοθήκη, αίθουσες τέχνης και μουσικής, ένα υπερσύγχρονο για την εποχή αθλητικό συγκρότημα με πισίνα, πρότυπα σχολεία και μια καντίνα για δωρεάν σίτιση των κατοίκων. Η σταδιακή κατάρρευση ήρθε λίγο μετά την πτώση του καθεστώτος, όταν, σε συνδυασμό με τους τότε κανόνες της ελεύθερης αγοράς, η εξόρυξη κατέστη ασύμφορη. Η πόλη εγκαταλείφθηκε το 1998 και αποτελεί κυριολεκτικά μια πόλη-φάντασμα. Τώρα είκοσι άτομα κατοικούν ολόκληρο τον χρόνο για να συντηρούν τις εγκαταστάσεις και να υποδέχονται τους επισκέπτες. Χαρακτηριστικό είναι το μνημείο του Pyramiden, στην είσοδο της πόλης, μαζί με το βαγονέτο γεμάτο με τον τελευταίο τόνο κάρβουνου που εξήχθη από το ορυχείο.


Σάσα, ο φύλακας του Pyramiden. (Φωτογραφία: ΝΙΚΟΣ ΤΟΔΟΥΛΟΣ)

Καθώς πλησιάζουμε στο λιμάνι κωπηλατώντας, μας υποδέχεται μια λεπτή φιγούρα με μακριά αραιή γενειάδα, μαύρο σοβιετικού τύπου καπέλο, μακρύ παλτό και ένα παλιό όπλο στον ώμο. Είναι ο Σάσα –φύλακας και οδηγός μας στο Pyramiden–, μια μορφή βγαλμένη από ταινία του Σεργκέι Αϊζενστάιν, που μας καλωσορίζει με μια παράξενη γοητεία και μας οδηγεί με ασφάλεια μέσα στην πόλη.

Σημάδια μιας ζωής που ανήκει πια στο παρελθόν υπάρχουν παντού –δίσκοι ακόμη στα τραπέζια, ρολά φιλμ στον θάλαμο προβολής, μουσικά όργανα, σκορπισμένες καρέκλες, ρούχα στα ντουλάπια, ακόμα και αποτσίγαρα στα τασάκια– παράλληλα με την αναπόφευκτη εικόνα εγκατάλειψης. Στο γυμναστήριο διάσπαρτος αθλητικός εξοπλισμός, στα ράφια βιβλία σκονισμένα. Η βορειότερη πισίνα στον κόσμο, άδεια, με σπασμένα τα ψηφιδωτά πλακάκια της, το μεγάλο πιάνο ξεκούρδιστο και τα σοβιετικά μνημεία, με την κάποτε θριαμβευτική όψη, να αγναντεύουν το απόλυτο κενό μέσα στην ερημιά του τοπίου. Ο κύριος δρόμος μεταξύ της αποβάθρας και της πόλης είναι ο κεντρικός άξονας, γύρω από τον οποίο ήταν προσανατολισμένα όλα τα κτίρια.

Το αόριστα πυραμιδοειδές βουνό που πλανάται πάνω από τα πάντα χάνεται σιγά σιγά μέσα στην ομίχλη. Ίσως το πιο μυστηριώδες εκείνη τη μοναδική «νύχτα» που περάσαμε εκεί ήταν τα πορτοκαλί τοξοειδή φώτα, που τρεμόπαιζαν σε όλη την πόλη μέσα στην ακινησία. Φώτιζαν μια νύχτα χωρίς σκοτάδι, σε μια πόλη χωρίς κατοίκους.

Στις δυτικές ακτές του φιόρδ Isfjorden βρίσκεται το Barentsburg, ο δεύτερος μεγαλύτερος οικισμός του αρχιπελάγους, με περίπου 300 κατοίκους, στην πλειονότητά τους Ρώσους και Ουκρανούς. Ιδρύθηκε από Ολλανδούς ανθρακωρύχους στη δεκαετία του 1920 και πήρε την ονομασία του από τον εξερευνητή Willem Barents. Όμως στις αρχές της δεκαετίας του 1930, οι Ολλανδοί προχώρησαν στην πώληση των δικαιωμάτων εξόρυξης στη Σοβιετική Ένωση. Έτσι, το 1932 η ρωσική κρατική εταιρεία εκμετάλλευσης άνθρακα Arktikugol Trust άρχισε να δραστηριοποιείται στο αρχιπέλαγος, κάτι που συνεχίζει μέχρι και σήμερα. Ο πληθυσμός έχει μειωθεί δραστικά κατά το πέρασμα των δεκαετιών. Στο απόγειό της, πάνω από 1.000 Σοβιετικοί πολίτες κατοικούσαν στο Barentsburg.

ΣΤΟΝ 79ο ΠΑΡΑΛΛΗΛΟ

Τις τελευταίες μέρες της αποστολής κωπηλατούμε στα παγωμένα και δύσκολα νερά του αρχιπελάγους, με μόνη παρέα δυσκίνητους θαλάσσιους ίππους, φάλαινες, αρκτικά πουλιά. Κατασκηνώνουμε στις ακτές της Oscar II Land και φτάνουμε κουρασμένοι στον τελευταίο σταθμό της αποστολής, τον απομονωμένο οικισμό Ny-Alesund, στις όχθες του φιόρδ Kongsfjorden. Το βορειότερο κατοικημένο μέρος στον πλανήτη, στον 79ο παράλληλο, μόλις 1.200 χλμ. νοτιότερα του Βόρειου Πόλου, αποτέλεσε την αφετηρία των μεγάλων εξερευνητών Roald Amundsen, Umberto Nobile και Lincoln Ellsworth στον αγώνα τους για την κατάκτηση του Βόρειου Πόλου στις αρχές του 20ού αιώνα.


H προτομή του Roald Amundsen στον ερευνητικό οικισμό Ny-Alesund. (Φωτογραφία: ΝΙΚΟΣ ΤΟΔΟΥΛΟΣ)

Όμως, ούτε οι εξερευνητές ούτε οι επιστήμονες ήταν οι πρώτοι που βρέθηκαν εδώ. Η φαλαινοθηρία και το κυνήγι φώκιας ήταν κάποτε το μεγάλο δέλεαρ και ακολούθησε η εξόρυξη άνθρακα. Από το 1967 και ύστερα μετατράπηκε σταδιακά σε πόλη-ερευνητικό σταθμό, που φιλοξενεί διεθνείς επιστημονικές ομάδες που μελετούν την κλιματική αλλαγή, τα θαλάσσια οικοσυστήματα, κ.ά.

Αφήνουμε τα καγιάκ με όλο τον εξοπλισμό μας στην παραλία δίπλα στο μικρό λιμάνι και κατευθυνόμαστε στον οικισμό. Περπατώντας στον μικρό χωμάτινο κεντρικό δρόμο, βλέπουμε να στέκουν σκουριασμένα στην άκρη μια ατμομηχανή μαζί με τα βαγονέτα της, η οποία κάποτε χρησιμοποιούνταν για να μεταφέρει το κάρβουνο στα πλοία. Λίγο πιο κάτω, τέσσερα σπίτια που είναι γνωστά και ως «London Houses».


ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΣΗ: ©ΦΙΛΙΠΠΟΣ ΑΒΡΑΜΙΔΗΣ

Αρχικά βρίσκονταν στην απέναντι όχθη του φιόρδ, στον μικρό οικισμό Ny-London, και μεταφέρθηκαν μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Πιο πέρα βρίσκεται το μικρό ταχυδρομείο και ένα κόκκινο σπίτι, το πρώτο που χτίστηκε το 1909. Ο μικρός δρόμος καταλήγει στην προτομή του μεγάλου εξερευνητή Roald Amundsen. Μερικές εκατοντάδες μέτρα από τον οικισμό, ορθώνεται σκουριασμένο το θρυλικό κατάρτι ελλιμενισμού των αερόπλοιων της εποχής των εξερευνήσεων. Για την τελευταία μας «νύχτα» καταλήγουμε στον μοναδικό ξενώνα, περιμένοντας το πλοίο της γραμμής για τον δρόμο της επιστροφής στο Longyearbyen.

Εάν ο «πυρετός του χρυσού» στην Αλάσκα ήταν ένα μεγάλο βήμα προς το άγνωστο, οι ευκαιρίες εξόρυξης κάρβουνου στο Spitsbergen ήταν ακόμα ένα βήμα πιο πέρα. Αυτό το μικρό αρχιπέλαγος, στην άκρη του Ρεύματος του Κόλπου, ήταν μια no man’s land, μια διέξοδος και ευκαιρία πλουτισμού για πολλούς τυχοδιώκτες, προκειμένου να ανακαλύψουν τον δικό τους θησαυρό, χωμένο βαθιά στον απομακρυσμένο Βορρά.

|| Ο Νίκος Τόδουλος είναι αρχηγός αναβάσεων της ΕΟΟΑ, www.nikostodoulos.net

Online

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ