Τάκης Θεοδωρόπουλος ΤΑΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ

Από τον Οτσαλάν στις Πρέσπες

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΔIAΓΩNIΩΣ

Κορυφαία στιγμή της υπόθεσης Οτσαλάν, αν θυμάστε, ήταν μια συναυλία στην πλατεία Συντάγματος. Εκεί ήσαν όλοι παρόντες. Ολοι ή σχεδόν, πάντως όσοι είχαν δώσει τον τόνο στη δημοκρατία της μεταπολίτευσης. Τραγούδια χιλιοειπωμένα, φωνές βιαστικές που έκαναν το δημοκρατικό καθήκον τους, ο κονφερανσιέ να ενθαρρύνει τα πλήθη με συνθήματα αλληλεγγύης. Δεν είχα παραστεί. Την προηγουμένη είχα δει το όνομά μου σε ένα κείμενο συμπαράστασης στον Κούρδο μαοϊκό τρομοκράτη, ενώ δεν το είχα δώσει. Οχι ότι δεν είχα υποπέσει και εγώ στο παρελθόν στο αμάρτημα της συλλογής υπογραφών. Απλώς είχα φθάσει στο σημείο κορεσμού. Είχα μάλιστα γράψει και μια επιφυλλίδα όπου προσπάθησα να εξηγήσω τη στάση μου. Η γενιά μας, έλεγα, έχει υπερασπιστεί πολλούς εγκληματίες νομίζοντας ότι υπερασπίζεται την αθωότητα της Ιστορίας. Από τους Βιέτ Κονγκ –στα Ηλύσια Πεδία στο Παρίσι χειροκρότησα και εγώ τον Χο Τσι Μινχ και γιουχάισα τον Κίσινγκερ όταν υπέγραφαν τη συνθήκη ειρήνης– έως τον Χομεϊνί.

Τότε, στη συναυλία για τον Οτσαλάν είχα δει και το όνομα ενός φίλου μουσικού. Τον ρώτησα απορημένος πώς δέχθηκε. Μου απάντησε ότι δεν δέχθηκε γιατί κανείς δεν τον ρώτησε αν δέχεται. Εβαλαν απλώς το όνομά του και έπρεπε να πει ένα ή δύο τραγούδια σε ένα περιβάλλον που του ήταν ξένο. Εάν αποκάλυπτε την πλαστογραφία, το πιθανότερο είναι να τον έβαζαν στη μαύρη λίστα των αντιδραστικών δυνάμεων με τα γνωστά αποτελέσματα. Στην καλλιτεχνική δημοκρατία της μεταπολίτευσης το στίγμα του «αντιδραστικού» ή «δεξιού» ισοδυναμούσε με καταδίκη σε αποκλεισμό, την άτυπη εξορία της σιωπής. Προτίμησε να πει τα δύο τραγούδια και να τελειώνει. Και καλά έκανε ο άνθρωπος. Το επεισόδιο το θυμήθηκα όταν σκέφτηκα ότι, αν δεν είχε προκύψει το ζήτημα με τις πλαστογραφίες, το κείμενο των 320 συν πλην για τη συμφωνία των Πρεσπών θα είχε περάσει απαρατήρητο.

Ο λεγόμενος «πνευματικός κόσμος» δεν κρίνεται από την πολιτική τοποθέτησή του. Κρίνεται από τη δυνατότητα παρέμβασης στον δημόσιο λόγο, την οποία δεν έχει αποκτήσει επειδή κάποτε διορίστηκε στο πανεπιστήμιο, κοινώς έγινε δημόσιος υπάλληλος. Πού ήσαν όλοι αυτοί όταν το πλήθος ζητούσε να καεί η Βουλή και τη μούντζωνε; Και πού ήσαν όλοι αυτοί οι πανεπιστημιακοί όλα αυτά τα χρόνια που το πανεπιστήμιο υποβαθμιζόταν και παραδιδόταν στο έλεος των τραμπούκων; Οταν ξυλοκοπούσαν και εντοίχιζαν συναδέλφους τους; Οι αμνοί στα χρόνια της κατάρρευσης έμειναν σιωπηλοί μηρυκάζοντας τις γενικές αρχές περί «διεθνισμού» και «αξιοπρέπειας των λαών». Πού ήσαν όταν ο γέροντας επαιτούσε την αξιοπρέπειά του στην ουρά της κλειστής τράπεζας; Ο κ. Μπαλτάς, θα μου πείτε, πρότεινε να μοιράζουν οι νεολαίοι μπουκαλάκια με νερό.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ