Η ΕΡΩΤΗΣΗ

Πιο καλή η μοναξιά;

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ

Στη θεωρητικά καθοριστική ηλικία των 30 είχα αποτολμήσει κάτι αδιανόητο έως τότε: να πάω διακοπές μόνος μου. Ακούγεται περισσότερο «επαναστατικό» απ' ό,τι ήταν στην πραγματικότητα, γιατί απλώς προτίμησα να ξεκινήσω για το νησί πέντε ημέρες νωρίτερα από την υπόλοιπη παρέα μου. Θα έφευγα μια Κυριακή νωρίτερα για να τους συναντήσω την Παρασκευή που ακολουθούσε, σιγά τον ηρωισμό...

Ήταν το καλοκαίρι πριν από την 11η Σεπτεμβρίου. Τα πυροτεχνήματα για το Μιλένιουμ απείχαν μόνο μερικούς μήνες και γενικά ήταν ένας κόσμος εξωπραγματικά αθώος και παλιός, και όμορφος μαζί, γιατί ήμασταν ακόμα νέοι, τόσο νέοι που οι μεγάλες καλοκαιρινές παρέες ήταν κάτι το αυτονόητο. Σε κάθε περίπτωση ήταν ένας κόσμος όπου το να ταξιδεύει κανείς μόνος του έμοιαζε αλλόκοτο και σχεδόν απαγορευμένο, τουλάχιστον στην Ελλάδα· ένδειξη κάποιας φοβερής προσωπικής αποτυχίας ή καταδίκης που έλαμπε με φωτορυθμικά πάνω από το κεφάλι του εκάστοτε «μοναχικού καβαλάρη» του Αιγαίου. Διεθνώς τα πράγματα δεν ήταν τόσο άσχημα, αλλά σίγουρα στο παλαιολιθικό Ίντερνετ της εποχής δεν έβρισκες με τίποτα ένα δισεκατομμύριο και κάτι αναφορές στο λήμμα «solo travelling» στη σχετική αναζήτηση, όπως συμβαίνει σήμερα.

Ξαφνικά, και χωρίς προειδοποίηση, το να ταξιδεύεις μόνος σου έχει γίνει σούπερ κουλ και, αν τελικά το αποφασίσετε, σίγουρα δεν πρόκειται να είστε 100% μόνος σας. Αμέτρητοι άλλοι solo travellers θα βρεθούν στον δρόμο σας. 

Αλλά στη Σέριφο του 2001 η ατμόσφαιρα ήταν αρκετά διαφορετική. Το προσωπικό μου πείραμα ξεκινούσε καθημερινά με τις καλύτερες προϋποθέσεις: απόλυτη ελευθερία στη διαχείριση του χρόνου, της παραλίας, του φαγητού. Με τη δύση του ήλιου, δηλαδή ακριβώς τη στιγμή που ολόκληρο το νησί ετοιμαζόταν για την καλύτερη στιγμή του (που ήταν ασφαλώς η νύχτα με τα πλημμυρισμένα σοκάκια, τα ξεχειλισμένα εστιατόρια, τα πολλά υποσχόμενα μπαρ δίπλα στο κύμα), διαπίστωνα μια ελαφρά αλλαγή στη διάθεσή μου. 

Το πρώτο βράδυ έσφιξα τα δόντια και σύρθηκα σε μία από τις λιγότερο δημοφιλείς ταβέρνες, με προφανή στόχο να αποφύγω αχρείαστη κοινωνική συναναστροφή με «γνωστούς από την Αθήνα» που θα έψαχναν με τα μάτια (και περιορισμένη διακριτικότητα) την ανύπαρκτη συντροφιά μου. Ενώ το σενάριο έγραφε «απολαύστε το γεύμα σας αγνοώντας την εσωτερική φωνή που επικρίνει τη γενναία σας απόφαση να ταξιδέψετε μόνος σας», η πραγματικότητα αποδείχθηκε λιγότερο συναρπαστική. Ξεμπέρδεψα με το φαγητό σε χρόνο ρεκόρ, πετάχτηκα στο πρώτο περίπτερο, προμηθεύτηκα το παγωτό με τις περισσότερες θερμίδες και έτρεξα να κρυφτώ στο δωμάτιό μου. Τα επόμενα βράδια (μέχρι να καταφτάσουν οι φίλοι-σωτήρες) δεν έκανα ξανά το ίδιο λάθος, είχα μάθει καλά το μάθημά μου: φαγητό σε πακέτο, παγωτό και βιβλίο. Ευτυχία εν κρυπτώ.

Έχουν περάσει 17 καλοκαίρια από τότε και δεν επανέλαβα το «πείραμα» της Σερίφου. Όμως, κάθε χρόνο πέφτω όλο και περισσότερο πάνω σε φίλους που απολαμβάνουν να ταξιδεύουν μόνοι τους. Η βασική διαφορά με το «τότε» είναι η απόλυτη δικτύωση που προσφέρουν σήμερα τα social media. Τολμήστε να ανεβάσετε μια φωτογραφία από τον «ιδιωτικό» σας παράδεισο και θα βομβαρδιστείτε μέσα σε λίγα λεπτά από μηνύματα/σχόλια του τύπου «είσαι εδώ;;;». Έτσι, το μεσημέρι μπορείτε να κολυμπάτε ολομόναχοι στην αγαπημένη σας παραλία και την ίδια ώρα να δίνετε ραντεβού με πραγματικούς ή ψηφιακούς φίλους «για ποτό» το βράδυ. Δεν ακούγεται και τόσο άσχημα. ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ