Μαρία Κατσουνάκη ΜΑΡΙΑ ΚΑΤΣΟΥΝΑΚΗ

Το «ίσως» των προθέσεων, η αλήθεια των ερειπίων

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ

Π​​ώς θα είναι το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο και η περιοχή γύρω από αυτό με μια άλλη κυβέρνηση; Είναι θέμα πολιτικής βούλησης, η οποία διαφέρει ανάμεσα σε μια δεξιά, κεντρώα ή αριστερή ηγεσία; Γιατί κανείς να πιστέψει την αντιπολίτευση πως θα προχωρήσει ό,τι δεκαετίες τώρα παραμένει στάσιμο; Η καχυποψία είναι δεδομένη πλέον για όσους ασχολούνται με τον πολιτισμό. Eχουν δει υπουργούς να διαδέχονται δεκαετίες ο έναν τον άλλον με μικρές δυνατότητες παρέμβασης στον γραφειοκρατικό μηχανισμό (όσοι το επιχειρούν τουλάχιστον, γιατί άλλοι αφήνουν απλώς τον χρόνο να περάσει) και αποτελέσματα που ποτέ δεν ανταποκρίνονται στις εξαγγελίες.

«Iσως μια κυβέρνηση της Κεντροδεξιάς να σας εκπλήξει», είπε πριν από λίγες ημέρες ο Κυριάκος Μητσοτάκης σε άτυπη συνάντησή του με δημοσιογράφους - αρθρογράφους θεμάτων πολιτισμού και πόλης.

Μίλησε με αποφασιστικότητα: «Για μένα η αναβάθμιση του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου είναι ευκαιρία για αστική και οικονομική ανάπλαση της πόλης. Δεν είναι απλώς να επεκταθεί υπόγεια ή να αλλάξει η είσοδός του. Θα φανταζόμουν ένα συνολικό έργο με μεγάλη συμμετοχή των γειτονιών και της κοινωνίας. Είναι ίσως η πιο μεγάλη ευκαιρία να γίνει κάτι σημαντικό στο ιστορικό κέντρο της Αθήνας. Να ξαναβρεί ένα μουσείο, με μια από τις σπουδαιότερες συλλογές στον κόσμο, την κεντρική θέση του, να ξαναγίνει σημείο αναφοράς». Είχε κάτι ήσυχα και υποδόρια πειστικό το ύφος του. Δεν ήταν ανησυχητικά οραματικό (βλέπε προεκλογικό και ανέφικτο) ούτε καταφερόταν εναντίον κάποιων, προηγούμενων ή σημερινών, με παραταξιακά κριτήρια. Αντιλαμβανόταν τις δυσκολίες, αλλά πίστευε πολύ στην επιλογή των κατάλληλων προσώπων, με κοινό κώδικα και τρόπο σκέψης. «Η Μεσσήνη, για παράδειγμα. Μέσα από την ίδια γραφειοκρατία και τις ίδιες δομές, ένα πρόσωπο έκανε τη διαφορά», υπογράμμισε, «δείχνοντας» τον αρχαιολόγο Πέτρο Θέμελη. Αναφέρθηκε και σε άλλους επιστήμονες που εκτιμά και θαυμάζει και οι οποίοι κατέχουν αξιώματα, ανεξάρτητα από τις πολιτικές συγκυρίες.

Λίγα 24ωρα μετά τη συζήτηση αυτή, αποφάσισα να διασχίσω νύχτα την Πατησίων από το ύψος της Αλεξάνδρας, να ανεβώ τη Σταδίου ώς το ύψος του Συντάγματος. Ο χάρτης των ερειπίων εγγραφόταν καλύτερα στο σκοτάδι, με τους ελάχιστους περαστικούς να αποδυναμώνουν τις αντοχές και να ενισχύουν εσωτερικούς μονολόγους.

Το βλέμμα δεν τροφοδοτούσε καμία αισιοδοξία. Από τον χώρο μπροστά στο μουσείο, από το «Ακροπόλ Παλάς» χωρίς ζωή και, παρά την αποκατάστασή του, χωρίς προοπτική ζωής να (ξανα)ρημάζει, ώς τους κινηματογράφους «Αττικόν - Απόλλων», μνημεία ιδιωτικής απροθυμίας και δημόσιας αδυναμίας, να στέκουν εξωτερικά καμένοι και –το χειρότερο– λησμονημένοι. Ο δήμος προσπάθησε να δώσει λύση, να μεσολαβήσει στα αντιμαχομένα ιδρύματα, στην ομηρία του ενός εκ των οποίων κρατείται το αποσκελετωμένο κτίριο. Αδιέξοδο. Πόσες φορές δεν επανέφερε το θέμα η «Καθημερινή» και άλλες εφημερίδες έντυπες και ηλεκτρονικές; Ας μη μετρήσω δημοσιεύματα που ανακοινώνουν την επαναλειτουργία των κινηματογράφων αλλά και την αξιοποίηση του «Ακροπόλ Παλάς» ή την επέκταση του ΕΑΜ.

Είναι κάτι σαν ετήσια τελετουργία, που στα χρόνια μοιάζει περισσότερο με μνημόσυνο της πόλης. Γιατί, λοιπόν, ο Κυριάκος Μητσοτάκης, αν και εφόσον αναλάβει τη διακυβέρνηση της χώρας, να καταφέρει να αναστρέψει το κλίμα; Θα ήταν επαναστατικό να πει κάποιος «δεν θα μπορέσω να κάνω και πολλά πράγματα», θα αιφνιδίαζε η παραδοχή της αδυναμίας, της συμφιλίωσης με το, σχεδόν, ανέφικτο. Iσως και ευχάριστα. Και ας λειτουργούσε ανάποδα. Ας δούλευε σιωπηλά, χωρίς εξαγγελίες. Γίνεται, όμως, αυτό στην πολιτική;

Από τη συνάντηση αποκόμισα ένα «ίσως», που βρέθηκε αντιμέτωπο με τις πολλές αρνήσεις της πραγματικότητας από το βιαστικό οδοιπορικό μου. Και ύστερα, ξανασκέφτηκα τη συζήτηση· συνδύασα τις σκέψεις του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης για το Πολυτεχνείο, την επιθυμία για τον τρόπο παρέμβασής του, τη σαφή άρνησή του για έργα όπως η πεζοδρόμηση της Πανεπιστημίου, τη διάθεσή του να ακούσει για αυτά που δεν ήξερε και να μιλήσει μόνο για όσα γνώριζε ότι ήθελε να αλλάξει.

«Η κοινωνία έχει αλλάξει», διαπίστωσε και ήταν η καταληκτική φράση στην οποία όλοι συγκλίναμε, πολιτικά συγγενείς και πολιτικά αντίθετοι.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ