ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ Κ

Κυριακές με τον Κυριάκο

Γιολάντα Γραμματικάκη

Κυριακή μεσημέρι, τέλη Μαΐου, καθόμαστε με την Έλλη να φάμε κάτω στο Τουρκολίμανο, δίπλα στις βάρκες. Κάνει ζέστη και έχει ήλιο. Χαζεύουμε τα ιστιοπλοϊκά και τη Γλυφάδα απέναντι. Όπως κάθομαι δίπλα της, της πιάνω το χέρι, λες και είναι το κορίτσι μου, λες και θέλω να την κρατήσω εκεί, αυτήν, τις στιγμές μας και την παρέα μας. Με το που μπαίνει το καλοκαίρι, χανόμαστε, ο καθένας πηγαίνει στο νησί του, τρίμηνες διακοπές, σαν τις σχολικές. Αδιάκοπες μέχρι τα πρωτοβρόχια. 

Η Έλλη μού μιλάει, αλλά ξαφνικά δυσκολεύομαι να την ακούσω. Ούτε τη μουσική ακούω πια, έχει γίνει κουβάρι με ένα απερίγραπτο βουητό. Η Έλλη γελάει, «βρέχει» μου φωνάζει. Μπόρα καλοκαιρινή, τροπική και εκκωφαντική. Σκάει στη θάλασσα και ακούγεται σαν να πλένεται το σύμπαν. Νερό στο νερό, χτυπάει και κάνει ηχώ. Εγώ χάνομαι στην εικόνα της θάλασσας, που χάνεται στον αχό της μπόρας. Η Έλλη με πιάνει από το χέρι και με τραβάει βιαστικά να μπούμε μέσα στο μαγαζί, να γλιτώσουμε το μουσκίδι. 

Θυμάμαι ξάφνου τον «Κυριάκο». Πιτσιρίκια, τα καλοκαίρια κάναμε οικογενειακές διακοπές στη Μύκονο. Ο Κυριάκος ήταν ο επίσημος και μοναδικός πάροχος θαλάσσιων σπορ στο νησί. Ψηλός, ηλιοκαμένος και ξυπόλυτος, με κάτι χέρια τεράστια σαν λαγάνες και μια τρισδιάστατη καφέ ελιά στην πλάτη του. Μου φαινόταν πολύ μεγάλος έτσι αξύριστος που ήταν, αλλά νομίζω ότι ήταν μικρότερος απ’ ό,τι είμαι εγώ τώρα. Ο Κυριάκος είχε ένα ταχύπλοο και δυο τρία ζευγάρια πέδιλα και γυρνούσε από παραλία σε παραλία πουλώντας τις υπηρεσίες του. Θυμάμαι τη μάνα μου και τις φίλες της να μπαίνουν στη σειρά για να τις τραβήξει σκι ο Κυριάκος. Καμιά φορά με έπαιρνε κι εμένα στη βάρκα, και εγώ έσκαγα από ενθουσιασμό. Βρουμ βρουμ, η βάρκα του Κυριάκου τράβαγε σκι όλο το καλοκαίρι. 

Μόλις μπήκε ο Σεπτέμβριος, άρχισαν τα σχολεία και τις πρώτες Κυριακές έβρεχε αναπάντεχα, όπως τώρ,α και δεν μπορούσαμε να βγούμε με τον αδερφό μου στην αυλή για μπάλα, να ξεσκάσουμε και να εκτονωθούμε πριν από το βάσανο της Δευτέρας. Τότε ήταν που αρχίσαμε να παίζουμε τον «Κυριάκο» στο σαλόνι του πατρικού μας. Παιχνίδι μοναδικό, διασκεδαστικό, που επινόησα ολομόναχος και διεκδικώ με περηφάνια όλα τα πνευματικά δικαιώματα. Κατά το πρότυπο του Κυριάκου, έβαζα τον αδερφό μου να καβαλάει το μικροσκοπικό του ποδήλατο με τις βοηθητικές ρόδες, έδενα πίσω από τη σέλα ένα μακρύ σχοινί με μια αυτοσχέδια τροχήλατη σανίδα και ανέβαινα επάνω. Τότε του φώναζα: “Πάμε, Κυριάκο, πάμε, τράβα, τράβα τα σκι». Και έκανε ο μικρός πετάλι αγκομαχώντας, γύρω γύρω όλο το σαλόνι, όσο πιο γρήγορα άντεχαν τα αδύνατα ποδαράκια του. Και εγώ από πίσω, πάνω στη σανίδα μου, κρατούσα ισορροπία και διέσχιζα καμαρωτός το σαλόνι. Η βροχή έσκαγε ασταμάτητα στα κεραμίδια και εμείς από κάτω κάναμε σκι σαν τον Κυριάκο. Στη στεριά, ανάμεσα στους καναπέδες και στα τραπεζάκια με τα γυαλικά της μάνας μου, ανάμεσα στους τέσσερις τοίχους.

 Κοιτάζω τη θάλασσα μέσα από το τζάμι. Η μπόρα έχει κοπάσει. Η  Έλλη με ρωτάει τι σκέφτομαι. «Τις Κυριακές με τον Κυριάκο, Ελλάκι».        ■

* Η Γιολάντα Γραμματικάκη γράφει διηγήματα και δημοσιογραφικά κείμενα. 
Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ