ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

ΝΕΑ ΥΟΡΚΗ. Στην εποχή του Spotify και του Uber, της δημαγωγίας και ενός κρατικο-λαϊκιστικού καπιταλισμού, ο θόρυβος γύρω από το λογοτεχνικό έργο του Αντρέ Ατσιμαν (Andre Aciman, γενν. το 1951) ισοδυναμεί με μια σχεδόν πολιτική αντίδραση. Σήμερα, ο Ατσιμαν, που γεννήθηκε στην Αίγυπτο από εβραϊκή οικογένεια αστών διανοουμένων, είναι ένας από τους πλέον πολυσυζητημένους συγγραφείς στη Νέα Υόρκη: τα βιβλία του περιγράφουν εξαφανισμένους κόσμους, νησιά, σπίτια και εραστές που χάθηκαν. Ομως υπάρχουν πολλά πλεονεκτήματα στο να μη βλέπει κάποιος τον κόσμο μόνον στο εδώ και το τώρα.

Με αφορμή την έκδοση του «Να με φωνάζεις με τ’ όνομά σου» στην Ελλάδα (Μεταίχμιο), του μυθιστορήματος πάνω στο οποίο βασίστηκε η ομότιτλη ταινία που κατέστησε παγκοσμίως διάσημο τον Ατσιμαν, τον συνάντησα στο γραφείο του, στο City University Οf New York. «“Θα φας ξύλο!” Ετσι μου έλεγε η νταντά μου. Ηταν Ελληνίδα», μου λέει χαμογελώντας. «Είχα Ελληνες φίλους στο πανεπιστήμιο. Εκανα αρχαία ελληνικά. Το μπόνους ήταν ότι πήγα σε υπέροχους ελληνικούς γάμους».

 

Πιάνομαι από αυτό το σχόλιό του για να του πω ότι οι ελληνικοί γάμοι δεν έχουν ατελείωτους λόγους όπως στην Αμερική, μόνον γλέντι. Εχουν αυτή την ησυχία της φασαρίας, όπως τα βιβλία του. «Αυτός είναι ο τομέας μου», λέει. «Αλλοι ενδιαφέρονται για ρεαλιστικές λεπτομέρειες.

Εμένα με ενδιαφέρει ο αέρας, η ακτινοβολία μεταξύ των ανθρώπων. Ας πούμε, όχι η εκκλησία καθεαυτή αλλά ο αέρας γύρω από αυτή».

Ο πεζός λόγος του Ατσιμαν χαρακτηρίζεται από μια περιπατητική, φιλοσοφική βραδύτητα. Μια βασανιστικά όμορφη περιπλάνηση μεταξύ ιδεών, τόπων, εραστών, στον βαθμό που να αποζητάς το ξέσπασμα, την απελευθέρωση.

Ιταλία, αρχές του ’80

Το «Να με φωνάζεις με τ’ όνομά σου» διαδραματίζεται στις αρχές της δεκαετίας του 1980, όταν ένας Αμερικανός φοιτητής επισκέπτεται μια οικογένεια στη Ιταλία, όπου περνά τα καλοκαίρια της. Τα πάντα είναι ειδυλλιακά, τεμπέλικα: τα σκονισμένα βιβλία, τα ποδήλατα με τα καλάθια, η ηλιοθεραπεία, οι βουτιές. Οι χαρακτήρες μοιάζουν προστατευμένοι μέσα σε αυτό το ιδανικό περιβάλλον της ιταλικής βίλας. Κανένας δεν μπορεί να τους ακουμπήσει – εκτός φυσικά από αυτούς τους ίδιους.

«Δεν με ενδιαφέρει η πλοκή, ή οι κίνδυνοι της ζωής. Σε αυτό το σημείο είμαι αρκετά αστός. Στο “Ονομά σου” δεν χρειαζόταν κανένας ορατός κίνδυνος που να απειλεί τους χαρακτήρες, καμία προκατάληψη ή βία εναντίον τους. Ολα είναι τακτοποιημένα. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο όμως δεν είναι ουτοπία ο κόσμος του βιβλίου. Ξεφορτώθηκα τα “εύκολα”, τα προφανή. Και είπα: τώρα, ας μιλήσουμε για τα δύσκολα». Ο Ολιβερ, ο Αμερικανός φοιτητής, καταφτάνει στην Ιταλία με τη μόνιμη επωδό χαλαρότητας «τα λέμε». Συμβολίζει την ελαφρότητα των έιτις. Μοιάζει με αρχαίο Ελληνα θεό, με κινηματογραφικό αστέρα που ξεπήδησε από ταινίες όπως το “Τοπ Γκαν”. Παίζει κρυφά πόκερ. Είναι παίκτης. Ολοι τσιμπάνε, πέφτουν στα πόδια του. Γενικά, ο ένας ερωτεύεται τον άλλο, άνδρες και γυναίκες, χωρίς ταμπέλες, όλα είναι ανοιχτά: η θρησκεία, η σεξουαλικότητα, η ιθαγένεια. Ολα είναι στον αέρα.

Ο Τιμοτέ Σαλαμέ ως Ελιο και ο Αρνι Χάμερ ως Ολιβερ σε μια σκηνή από την επιτυχημένη κινηματογραφική διασκευή του μυθιστορήματος.

Κουρασμένος από τη φιλολογία γύρω από την περίφημη σκηνή όπου ο δεκαεπτάχρονος Ελιο χρησιμοποιεί ένα ροδάκινο για να αυνανιστεί και μετά ο εραστής του, ο Ολιβερ, δοκιμάζει από αυτό το φρούτο (γεγονός που οδηγεί σχεδόν σε νευρικό κλονισμό τον Ελιο), σχολιάζω την αναγκαιότητα της σκηνής: Το ροδάκινο είναι απλώς το όχημα που θα φέρει τόσο κοντά τους δύο εραστές, τόσο ώστε ο ένας να επιτρέπει στον άλλο να τον φωνάζει με το δικό του όνομα. «Σε ευχαριστώ για αυτό», λέει ο Ατσιμαν, προσθέτοντας: «Στο βιβλίο λέει “θέλω να φάω και τους προγόνους σου”».

Πάνω απ’ όλα, το «Ονομά σου» θα μείνει στην ιστορία της λογοτεχνίας για τον τρόπο που προσεγγίζει το θέμα της απώλειας. Πώς αγαπάμε κάτι που τελείωσε, όταν δεν θέλουμε να τελειώσει. Πώς αγαπάμε κάτι απλώς επειδή συνέβη, άρα πώς αγαπάμε τον ίδιο τον εαυτό μας. Ζητώ από τον συγγραφέα να μου εξηγήσει την πιο σημαντική πρόταση του βιβλίου: «Δεν ζηλεύω τον πόνο, ζηλεύω τον πόνο σου». Ο Ατσιμαν: «Ξυπνάς μέσα στη νύχτα και το σώμα που θα έπρεπε να βρίσκεται στο πλάι σου δεν είναι εκεί. Το σώμα που αγαπάς. Αυτό είναι κάτι οδυνηρό σε βιολογικό επίπεδο. Αυτό δεν το ζηλεύω. Αυτό που ζηλεύω όμως είναι ότι σου συμβαίνει κάτι τέτοιο διότι έχεις αγαπήσει. Αυτό ζηλεύω».

Αν κάτι φοβίζει τον Ατσιμαν είναι όταν μέσω της λογοτεχνίας περνούν «μαθήματα ζωής». «Οταν ο Γκαίτε δημοσίευσε τα “Πάθη του νεαρού Βέρθερου”, πολλοί νέοι αυτοκτόνησαν. Οπως συνέβη και στον ίδιο τον Βέρθερο: αυτοκτόνησε επειδή δεν μπορούσε να έχει τη γυναίκα που αγαπούσε. Εμένα με τρομάζει όταν νεαρά παιδιά μού λένε ότι χάρη στο βιβλίο μου έμαθαν να αγαπούν. Με τρομάζει όταν χρησιμοποιούν τη δουλειά μου για να επικυρώσουν τον πραγματικό κόσμο. Εγώ γράφω μυθιστορήματα».

Λέω στον συγγραφέα ότι, παρ’ όλα αυτά, η λογοτεχνία μπορεί να έχει κάτι τρομακτικά αληθινό. Οχι με την έννοια ότι κάτι όντως συνέβη, αλλά ότι ένα καλό κείμενο είναι ειλικρινές. Συμφωνεί. «Λογοτεχνία», λέει, «δεν είναι τι συνέβη –αυτό είναι ιστοριογραφία–, αλλά το τι θα μπορούσε να είχε συμβεί». Στο τελευταίο του μυθιστόρημα, «Εnigma Variations» (2017), ο Ατσιμαν καταπιάνεται με το θέμα της επανάληψης των ίδιων σφαλμάτων στη σύναψη σχέσεων από τον κεντρικό χαρακτήρα μέσα σε μια διάρκεια δεκαετιών. «Ο ήρωάς μου θα μπορούσε να ήταν ο Ελιο και το βιβλίο να περιγράφει τη ζωή του. Το ότι ο χαρακτήρας αυτός επαναλαμβάνει τα ίδια λάθη, ξανά και ξανά, είναι κάτι πολύ ανθρώπινο».

Ως προς το ύφος της γραφής του, ο Ατσιμαν τονίζει ότι γράφει «ανοιχτές προτάσεις, σχοινοτενείς, με δευτερεύουσες μέσα στις αρχικές, που δεν θέλουν να τελειώσουν, ξεγελούν τον αναγνώστη, τον παίρνουν μαζί τους για μια βόλτα, χωρίς να ξέρει πού θα καταλήξει. Αλλά επειδή δίνω μια εύκολη, απαλή τροχιά στη βόλτα αυτή, ο αναγνώστης ακολουθεί. Με αυτό τον τρόπο μπορείς να τον πας στα πιο επαίσχυντα μέρη, στις πιο ακραίες καταστάσεις και να πει, έχω ξανάρθει εδώ, ξέρω πώς είναι».

Ρωτώ τον Ατσιμαν τι είναι πιο σημαντικό: τι γράφουμε ή πώς το γράφουμε; «Δεν είμαι σίγουρος πως γνωρίζω τη διαφορά», αποκρίνεται.

Υπερηφάνεια και ντροπή

«Στο “Enigma Variations” υπάρχει μια σκηνή σε δημόσιο ουρητήριο που έχει κάτι όμορφο αλλά και βρώμικο μαζί. Δεν ξέρω από πού μου βγήκε. Αλλά ξέρω ότι έχει κάτι αληθινό, άρα θέλω να το γράψω. Και δεν με νοιάζει πόσο όμορφα θα το πω, απλώς θέλω να το πω. Και νιώθω υπερηφάνεια και ντροπή ταυτόχρονα. Αλλά ξέρεις, μπορεί να μην είναι η κατάσταση που περιγράφω κάτι που θέλει να ζήσει ο ίδιος ο αναγνώστης, όμως πάντοτε θα θέλει κάτι αντίστοιχο, ανάλογο, ένα υποκατάστατο αυτού. Και εδώ είναι το σημείο όπου νιώθω υπερηφάνεια διότι, πρώτον, δεν λέω τίποτα που δεν έχει περάσει απ’ το μυαλό του άλλου και, δεύτερον, αν είσαι “καλύτερος” πέταξέ μου το βιβλίο στα μούτρα».

Η γιαγιά μου διόρθωνε τα ελληνικά της Μαρίας Κάλλας στο Παρίσι

Σε ένα άλλο βιβλίο του, το «Out of Egypt», γίνεται αντιληπτό ότι ως Εβραίος εξ Αιγύπτου, ο Ατσιμαν ένιωθε κάπως αποσυνάγωγος, ότι δεν ανήκει πουθενά. Τον βοήθησε αυτό στο γράψιμο;

«Ο πατέρας μου», λέει, «δεν ήταν θρήσκος, ήταν όμως Εβραίος. Ολες μου οι φιλενάδες ήταν Ελληνίδες. Η γιαγιά μου διόρθωνε τα ελληνικά της Μαρίας Κάλλας στο Παρίσι. Η γιαγιά μου ήταν δυναμικός χαρακτήρας.

Το «Ονομά σου» ξεχωρίζει για τον τρόπο που προσεγγίζει το θέμα της απώλειας.

Γενικά, ήμαστε μια πολυεθνική οικογένεια πολύγλωσσων: ελληνική, εβραϊκή, τουρκική, αραβική. Μια αίσθηση ότι δεν ανήκεις πουθενά, ούτε καν στο αντίθετο από αυτό όπου δεν ανήκεις. Κάπου γράφω ότι η Αίγυπτος που αγαπώ είναι η χώρα στην οποία εγώ ονειρευόμουν τη Γαλλία. Δεν ήμουν ποτέ πραγματικά στην Αίγυπτο. Είχα ήδη φύγει. Πάω στην Ιταλία και δεν αντέχω τους Ιταλούς. Δεν τους καταλαβαίνω. Εγώ είμαι ακόμα πιο μεσογειακός από αυτούς. Και μετά έρχομαι στη Νέα Υόρκη και τότε ερωτεύομαι την Ιταλία. Κάποτε συνειδητοποιείς ότι όλο αυτό έχει να κάνει με τα πρώτα χρόνια της ζωής σου, πώς κατάλαβες αρχικά τη ζωή. Οτι η ζωή είναι άνω κάτω. Αυτός ο χαμός όμως μου έδωσε πολλές αφηγήσεις. Δεν λύνεις ποτέ τίποτα. Είναι σαν τις ρωγμές στους τοίχους. Τους περνάς ένα χέρι γύψο, ξανά και ξανά. Αυτό ακριβώς κάνω. Ομορφαίνω ό,τι δεν μπορώ να ανεχθώ με άλλο τρόπο».

* Ο κ. Ιωάννης Πάππος είναι σύμβουλος επιχειρήσεων και συγγραφέας. Ζει και εργάζεται στη Νέα Υόρκη.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ