ΒΙΒΛΙΟ

Τσόφλια αυγού

ΛΙΝΑ ΠΑΝΤΑΛΕΩΝ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Κριτική

ΘΑΝΑΣΗΣ Δ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ
Ab Ovo
εκδ. Ποταμός, σελ. 106

Τ​​έσσερα πρόσωπα, δύο γυναίκες και δύο άντρες, πασχίζουν να προφυλάξουν τις εύθρυπτες υπάρξεις τους σε έναν κατακερματισμένο, αποσχηματοποιημένο κόσμο. Σε αυτό το αποψιλωμένο από νόημα τοπίο ακόμα και το παραμικρό αίσθημα ασφάλειας είναι εξαρχής αποκλεισμένο. Ο Θανάσης Σταμούλης (γεν. 1978) εγκλείει τους ήρωές του σε έναν εφιαλτικό μικρόκοσμο, παραμορφωμένο από τρομερές δυσπλασίες. Κεντρικός σκηνικός χώρος της νουβέλας είναι το νοσοκομείο όπου δουλεύουν ως νοσοκόμες οι δύο γυναίκες και ως χειρουργός ο ένας από τους άντρες. Η αρρώστια και ο θάνατος επιβάλλονται στην καθημερινότητά τους. Η απόγνωση, η αποτρόπαια σήψη του σώματος, η απόπνοια της έσχατης ανάσας μολύνουν τις ζωές τους, γίνονται το σκουλήκι στην καρδιά που κατατρώει κάθε θέληση και δύναμη για ζωή. Οσο για τον τέταρτο της παρέας, μουσκεύει στις μπίρες, αφήνοντας το μεθύσι να αναβάλει την εμπλοκή με τις ευθύνες της εγρήγορσης. Τα λερωμένα με τα γράσα του μηχανουργείου δάχτυλά του αποδεικνύονται παντελώς αδέξια στη «μηχανική της επιβίωσης». Στο δεύτερο μόλις βιβλίο του ο Σταμούλης αναδεικνύει τολμηρά τη γλωσσική του ιδιαιτερότητα, από την οποία εκπηγάζει η αξιοπαρατήρητη υφολογία της νουβέλας. Οι ήρωες συνδιαλέγονται σε ένα περίεργο ιδιόλεκτο, σε μια γλώσσα απονοηματοδοτημένη, έκτυπα μεταφορική. Οι σιβυλλικές διατυπώσεις ενέχουν τον αντίκτυπο μιας απροσδιόριστης απειλής. Στις κοφτές φράσεις διαστέλλεται ένας ανείπωτος τρόμος που απολήγει σε οριακή αποπροσωποποίηση. Σε κάποιο σημείο η αφηγήτρια, επόπτρια της δυστοπικής μυθοπλασίας, επισημαίνει την πάσχουσα, υπό αφανισμό, φωνή της φίλης της. «Τα δόντια της Μαρίας αλέθουν τη φωνή της. Μέσα στον λαιμό της δεν υπάρχουν σύμφωνα και φωνήεντα. Μόνο ήχοι σε μορφή σκόνης». Αλλού ανησυχεί πως «η φυλακισμένη φωνή της Μαρίας αποσυνθέτει τη ζωή της». Μια ασθενής στο νοσοκομείο αδυνατεί να αρθρώσει λέξη από τον πόνο. «Το στόμα της ανοίγει, επάνω στα ούλα η φωνή της ακούγεται εξασθενημένη». Από την άλλη, ανάμεσα στις μουλιασμένες από την μπίρα φωνητικές χορδές του μηχανικού, οι λέξεις έβγαιναν σαν «καψαλισμένες και μύριζαν σαν ταγκισμένο λάδι». Είναι προφανές πως μια τόσο καθημαγμένη γλώσσα δεν μπορεί να γίνει φορέας της αλήθειας. Γι’ αυτό η αφηγήτρια διαπιστώνει: «Υπενοικιάζουμε την αλήθεια».

Το χειρότερο, σκέφτεται η αφηγήτρια, με το σκουλήκι στην καρδιά είναι πως αφήνει ένα κομμάτι της ανέγγιχτο, επιτρέποντάς της να συνεχίσει να χτυπά. Ο χτύπος, όμως, αυτός αντηχεί μέσα σε ένα σώμα κούφιο, σηψαιμικό. Στις σκοτεινές εξεικονίσεις του βιβλίου προεξάρχουν εκτρωματικές στρεβλώσεις του σώματος. Ακόμα και όταν επιχειρούν τις πιο συνηθισμένες χειρονομίες, τα κορμιά των τεσσάρων πρωταγωνιστών εξαρθρώνονται και κερματίζονται σε τρομακτικά διογκωμένες λεπτομέρειες. Δεν είναι πια μέλη ενός οργανικού συνόλου, αλλά σκόρπιες σάρκες, λιανισμένες, ασπόνδυλες. Χαρακτηριστική, λόγου χάριν, είναι η περιγραφή ενός σώματος ριγμένου από τον ακάλυπτο. Το σώμα της αυτοχειριασμένης γυναίκας «ήταν πια τόσο ελαστικό που παραποιούσε την αλήθεια»· «οι λέξεις κηλίδες και κομματάκια, δεν σχημάτιζαν έναν άνθρωπο αλλά μία ατέρμονη πραγματικότητα».

Ο μάλλον εξεζητημένος, αλλά σίγουρα εύηχος, τίτλος «Ab ovo» σημαίνει «από το αυγό». Ο Σταμούλης βάζει στα χέρια της νεκρής γυναίκας τσόφλια αυγού, υπονοώντας πως το σπάσιμο δεν σημαίνει μόνο τη διάλυση αλλά και την απόδραση από έναν αποπνικτικό θύλακο. Η αυτοχειρία διαχέει στις επιλογικές σελίδες μια πνοή αισιοδοξίας. Οι ζοφερές σημάνσεις ανοίγονται ξαφνικά σε ευοίωνες προοπτικές. Ετσι, ο συγγραφέας καθοδηγεί την υπερρεαλιστική γραφή του προς ένα ρηξικέλευθο εύρημα που δυναμιτίζει τις περιχαρακώσεις των τεσσάρων πρωταγωνιστών. Οι τελευταίοι μεταμορφώνονται σε κελύφη που σπάνε σε αναζήτηση μιας επισφαλούς έστω αβλάβειας.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ