ΘΕΑΤΡΟ

Ενας «Αγγελος... εξολοθρευτής» του ενδιαφέροντος των θεατών

ΜΑΤΙΝΑ ΚΑΛΤΑΚΗ

Το σύνολο των ηθοποιών ήταν ετερόκλητο και καθείς έπαιζε με τον τρόπο που μπορούσε και νόμιζε ορθό.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Κριτική

Mία ώρα και τριάντα πέντε λεπτά διαρκεί ο «Αγγελος εξολοθρευτής» (1962) του Λουίς Μπουνιουέλ, δύο ώρες και ένα τέταρτο η ομότιτλη παράσταση της Αντζελας Μπρούσκου για το Φεστιβάλ Αθηνών. Η ταινία βασίζεται σε μία ιδέα: πώς αντιδρά ένα σύνολο ανθρώπων σε συνθήκη αναγκαστικού εγκλεισμού. Και καθώς η πλοκή είναι υποτυπώδης και οι διάλογοι προσχηματικοί, η ώρα που προστέθηκε στην παράσταση, με σκηνές που δεν υπάρχουν στην ταινία, χαλάρωσε το ενδιαφέρον για την εξέλιξη και την κατάληξη αυτού του κοινωνιολογικού «πειράματος».

Τα πρόσωπα στον «Αγγελο εξολοθρευτή» είναι (όπως και στη θεματικά συγγενική «Η κρυφή γοητεία της μπουρζουαζίας», 1972) μεγαλοαστοί που μετά την όπερα πηγαίνουν να δειπνήσουν στην έπαυλη ενός της συντροφιάς. Η ώρα περνάει αλλά κανείς δεν φεύγει. Κοιμούνται στο σαλόνι και μόνο την επομένη το πρωί, αδυνατώντας να καταλάβουν γιατί δεν επέστρεψαν σπίτι τους, αισθάνονται ότι μία υπέρτερη δύναμη, για άγνωστο λόγο, εμποδίζει την έξοδό τους. Τις επόμενες μέρες τελειώνουν τα τρόφιμα, δεν έχουν νερό (και αναγκάζονται να σπάσουν έναν σωλήνα), το πολυτελές σαλόνι μεταμορφώνεται σε βρώμικο κοινόβιο, ένας πεθαίνει, άλλοι αρρωσταίνουν, αρχίζουν και υποψιάζονται ο ένας τον άλλον, γίνονται αγενείς και βίαιοι. Κάποιες από τις γυναίκες έχουν παραισθήσεις και μία επικαλείται τη βοήθεια της Παναγίας της Λούρδης για τη σωτηρία τους.

Ο Μπουνιουέλ, ως Ισπανός, γνώριζε πολύ καλά τον τρόπο που η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία ελέγχει τη ζωή των πιστών και πολλές φορές κατήγγελλε στις ταινίες του την υποκρισία των «ευσεβών». Αλλά γιατί προτίμησε τον τίτλο «Αγγελος εξολοθρευτής» και όχι αυτόν που αρχικά είχε σκεφτεί, «Οι ναυαγοί της Θείας Πρόνοιας»;

Επεδίωξε σύνδεση με την «Αποκάλυψη» του Ιωάννη ώστε να ενισχύσει την εσχατολογική, υπερ-λογική διάσταση της ιστορίας του; Εχει κάποια σχέση το γεγονός ότι Αγγελος Εξολοθρευτής είναι υψηλό αξίωμα στους τέκτονες; Ο αιρετικός κινηματογραφιστής αγαπούσε τις αλληγορίες και δεν αποκάλυπτε τις προθέσεις του ή τα μυστικά των ταινιών του. Στην αυτοβιογραφία του («Τελευταία πνοή», εκδ. Οδυσσέας) γράφει ότι δεν θα μάθουμε ποτέ τι «σημαίνουν» ή τι εκπροσωπούν η αρκούδα και τα πρόβατα που βάζει να κυκλοφορούν στην έπαυλη, και ειρωνεύεται τους «φανατικούς του συμβολισμού» κριτικούς, που ταύτισαν την αρκούδα με τον μπολσεβικισμό που –υποτίθεται– καραδοκεί, για να εκμεταλλευθεί τις αντιφάσεις της καπιταλιστικής κοινωνίας την κατάλληλη στιγμή.

Δεν έχει, ωστόσο, νομίζω, ταξικό πρόσημο η αλληγορία του. Και κατώτερης κοινωνικοπολιτικής τάξης να ήταν οι ήρωες του, με τον ίδιο τρόπο θα αντιδρούσαν. Απλώς η αντίθεση τής πριν και μετά κατάστασης αποτυπώνεται πολύ πιο έντονα, και δραματικά, σε μια παρέα μεγαλοαστών, σε ανθρώπους δηλαδή που έχουν επενδύσει στους καλούς τρόπους, στη μόρφωση και στην καλλιέργειά τους, και οι οποίοι έχουν μάθει άλλοι να τους υπηρετούν. Το μεγαλοαστικό σαλόνι πιο εύκολα μεταμορφώνεται σε εργαστήριο ή θεατρική σκηνή. Το ζήτημα είναι πώς ο θεατής δεν θα ταυτιστεί με τον πανθορώντα Θεό/Επιστήμονα, που παρακολουθεί τις αντιδράσεις των πειραματόζωων αλλά θα μπει σε διαδικασία διερώτησης για τη δική του στάση σε μία συνθήκη ακούσιας συμβίωσης ή συμπόρευσης με τους άλλους.

Είναι ο εαυτός μας ή οι άλλοι η κόλασή μας; Σαφώς ο «Αγγελος εξολοθρευτής» αναφέρεται στο «Κεκλεισμένων των θυρών» (1944) του Ζαν-Πολ Σαρτρ. Κι ας γράφει ο Μπουνιουέλ ότι το ζήτημα που τον απασχόλησε εδώ, όπως και σε άλλες ταινίες του, ήταν η επιθυμία που δεν μπορεί να ικανοποιηθεί. Γνωρίζουμε καλά ότι τα νοήματα που φέρει ένα καλλιτεχνικό έργο συχνά υπερβαίνουν τις προθέσεις του δημιουργού του.

Ο αινιγματικός κινηματογραφιστής στήριξε τη υπερ-λογική φάρσα του στην αληθοφάνεια της εμφάνισης και των εν γένει συμπεριφορών των προσώπων. Στο ρεαλιστικό περίγραμμα, η αντίθεση και οι ανατροπές προβάλλουν ολοκάθαρα στη δραματικότητά τους. Η Μπρούσκου, αντιθέτως, παρουσίασε εξαρχής τα πρόσωπα της ιστορίας σαν έναν θίασο, υπερτονίζοντας στοιχεία της εμφάνισης ή της συμπεριφοράς τους. Η εν λόγω επιλογή ακύρωσε κάθετα την ένταση της διαφοράς, της πτώσης, του εκφυλισμού τους κατά την εξέλιξη του «πειράματος». Επιπλέον, καθώς η παράσταση λειτουργεί σαν σύνολο παράλληλων δράσεων σε όλη την έκταση του σκηνικού χώρου, χάνεται η ψυχογραφική δύναμη που πετυχαίνει ο Μπουνιουέλ με την κάμερα να παρακολουθεί μεμονωμένα τα πρόσωπα από κοντά. Επιπλέον, οι περισσότεροι ηθοποιοί φορούσαν ψείρες και από μακριά δεν ήταν σαφές ποιος ηθοποιός μιλάει και από ποιο σημείο. Ετσι στο τέλος της πρώτης ώρας το ενδιαφέρον για το τι ακριβώς συμβαίνει επί σκηνής έχει ήδη ατονήσει.

Το σύνολο των ηθοποιών της παράστασης ήταν ετερόκλητο και καθείς έπαιζε με τον τρόπο που μπορούσε και νόμιζε ορθό. Η Μπρούσκου επιδιώκει τη συνάντηση άνισων εταίρων στις παραστάσεις της, υπονομεύοντας συνήθως το δέσιμο και την ισορροπία τους (έτσι, λ.χ. τον χειμώνα στην «Εντα Γκάμπλερ» στο Μπάγκειον ανέθεσε τον ρόλο της θείας στη δημοσιογράφο Ειρήνη Αϊβαλιώτη). Αυτό συνέβη και στον «Αγγελο εξολοθρευτή». Ο Σταύρος Λίτινας είναι γνωστός για τις παραστάσεις φλαμένκο που δημιουργεί και ο Κωνσταντίνος Τζούμας για την περίφημη «περσόνα» του, αλλά με την υποκριτική τους τι γίνεται; Ο Αγγελος Παπαδημητρίου παίζει τον χαριτωμένο εαυτό του με διαφορετικές μεταμφιέσεις από παράσταση σε παράσταση. Δεν βρήκα διαφορά στον τρόπο που ερμήνευσε η Παρθενόπη Μπουζούρη τη Μάγκντα Γκέμπελς, την Εντα Γκάμπλερ ή (εδώ) τη Βαλκυρία. Οι νεότεροι Αρης Παπαδημητρίου και Κωνσταντίνα Αγγελοπούλου χρειάζονται δουλειά για να βελτιώσουν την υποκριτική τους και η Νalyssa Green μπορεί να γράφει θαυμάσιες μουσικές για το θέατρο, αλλά ως ηθοποιός δεν μπορεί να σταθεί. Τα προσχήματα έσωσαν η Θέμις Μπαζάκα, ο Χάρης Φραγκούλης, ο Ανδρέας Κοντόπουλος, ο Αλέκος Συσσοβίτης, η Βάλια Παπαχρήστου, η Γεωργιάννα Νταλάρα. Ο Ανδρέας Κωνσταντίνου δεν χρειάστηκε να αποδείξει το πολύ μεγάλο ταλέντο του – ανέλαβε την αρκούδα. Χιούμορ;

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ