ΜΟΥΣΙΚΗ

Γιώργος Λαζαρίδης, πιανίστας με εντυπωσιακές ευκολίες

ΝΙΚΟΣ Α. ΔΟΝΤΑΣ

Ο Γεώργιος - Εμμανουήλ Λαζαρίδης ερμήνευσε το Τρίτο Κοντσέρτο για πιάνο του Μπετόβεν.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Κριτική

Την «Παγκόσμια ημέρα μουσικής» τίμησε η Εθνική Συμφωνική Ορχήστρα της ΕΡΤ με συναυλία της στο Ωδείο Ηρώδου Αττικού στις 21 Ιουνίου. Την ορχήστρα διηύθυνε ο Αναστάσιος Συμεωνίδης, καλλιτεχνικός διευθυντής των Μουσικών Συνόλων του οργανισμού. Εύλογα επέλεξε δύο δημοφιλή έργα ρεπερτορίου και μια σελίδα ελληνικής μουσικής.

Αρχή έγινε με την «Εισαγωγή και φούγκα πάνω σε δύο ελληνικά θέματα» του Κεφαλονίτη Διονυσίου Λαυράγκα, στην κριτική της έκδοση από το Κέντρο Ελληνικής Μουσικής. Το έργο πρωτοπαρουσιάστηκε το 1918, δηλαδή την ίδια εποχή που ο Σμυρνιός Μανώλης Καλομοίρης εργαζόταν για τη δημιουργία «εθνικής» μουσικής σχολής, βασισμένης στις αξίες της παραδοσιακής μουσικής. Παρόμοια επιθυμία τεκμηριώνεται από κείμενα όπως αυτά του Κερκυραίου Γεωργίου Λαμπελέτ ήδη από το 1901. Πρόκειται, συνεπώς, για συνειδητή επιθυμία τόσο των στραμμένων προς την ιταλική μουσική Επτανήσων, όσο και εκείνων που αντλούσαν έμπνευση από τις μουσικές κατακτήσεις Γερμανών και Ρώσων. Το συγκεκριμένο έργο του Λαυράγκα επιχειρεί, έστω με αρκετά συμβατικό τρόπο, μια πρόταση για τον τρόπο σύζευξης των δύο κόσμων.

Στο τρίτο Κοντσέρτο για πιάνο του Μπετόβεν, που ακολούθησε, σολίστ ήταν ο Γεώργιος-Εμμανουήλ Λαζαρίδης, πιανίστας με εντυπωσιακές τεχνικές ευκολίες. Η ταχύτητα που επέλεξε ειδικά για τα ζωηρά μέρη ήταν μετριασμένη, επιτρέποντάς του να αποδώσει τη μουσική με καθαρότητα που σήμερα σπανίζει. Με ανάλογη άνεση χειρίστηκε τη δυναμική, θέτοντας σε διάλογο φράσεις έντονες με άλλες χαμηλόφωνες. Ακόμα και στο ακουστικά προβληματικό Ηρώδειο, οι διαβαθμίσεις και οι αποχρώσεις τις οποίες επιχείρησε, πέρασαν στο κοίλο με επιτυχία. Εμενε, όμως, η εντύπωση ότι όλα αυτά τα θαυμαστά εφαρμόζονταν με τρόπο μάλλον εγκεφαλικό και μηχανικό, παρά ως κομμάτι μιας φυσικά και ποιητικά εξελισσόμενης αφήγησης, η οποία θα έδινε περιεχόμενο στη μουσική του συνθέτη.

Πώς μπορούσε να γίνει αυτό, έδειξε αμέσως μετά ο Συμεωνίδης, έστω και χωρίς να απομακρυνθεί πολύ από ασφαλείς επιλογές. Δεν θα γινόταν άλλωστε διαφορετικά, με μία ορχήστρα η οποία έχει προφανή προβλήματα στα έγχορδα, όπως εξάλλου τα περισσότερα ελληνικά σύνολα. Λίγες εβδομάδες νωρίτερα το ίδιο έργο, τη «Συμφωνία του Νέου Κόσμου» του Ντβόρζακ, είχε ερμηνεύσει στην Αθήνα υποδειγματικά η Συμφωνική Ορχήστρα της Πράγας («Κ», 17 Ιουνίου). Ο Συμεωνίδης διηύθυνε το πρώτο μέρος με παλμό, στο μέτρο του δυνατού, και είχε την τύχη καλών συνεισφορών ιδιαίτερα από τα ξύλινα πνευστά, το αγγλικό κόρνο (Χαριτίνη Δεσύλλα) που απέδωσε πολύ καλά το ποιητικό σόλο του β΄ μέρους, αλλά επίσης το κλαρινέτο (Αγγελος Πολίτης), το φλάουτο (Μελίνα Μακρή) και το όμποε (Σπύρος Κοντός). Το τελευταίο μέρος διέθετε την απαιτούμενη ορμή, αλλά όχι τόσο την ανάταση την οποία θα επιτύγχανε μια διεύθυνση πιο ελεύθερη, με μεγαλύτερη πλαστικότητα, προϋπόθεση της οποίας θα ήταν ένας ποιοτικά καλύτερος ήχος στο σώμα των εγχόρδων.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ