ΑΓΓΕΛΟΣ Μ. ΣΥΡΙΓΟΣ*

Το χάσμα Ελλάδας και Σλαβομακεδόνων

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Υ​​πάρχουν ορισμένες κρίσεις που παίρνουν χαρακτήρα αξιώματος: «Εάν θέλεις ειρήνη, δώσε ώθηση στο εμπόριο» ή «Σύνορα που τα διασχίζουν εμπορεύματα δεν τα διασχίζουν στρατοί». Θεωρητικώς, η αύξηση του εμπορίου μεταξύ δύο χωρών διευκολύνει την επίλυση άλλων πολιτικών διαφορών. Στην πράξη τα πράγματα είναι διαφορετικά. Αυτό αποδεικνύεται από την περίπτωση της ΠΓΔΜ. Η Ελλάδα ήδη από τη δεκαετία του 1990 κατέχει σταθερά την πρώτη θέση στις άμεσες επενδύσεις στη γειτονική χώρα και είναι κορυφαίος εμπορικός της εταίρος. Η οικονομική εξάρτηση της ΠΓΔΜ από την Ελλάδα δεν έπεισε (πολλώ δε μάλλον δεν πειθανάγκασε) την ηγεσία των Σκοπίων να αλλάξει τη στάση της στο θέμα της ονομασίας. Επίσης η Ελλάδα δεν είναι άγνωστη χώρα στους Σλαβομακεδόνες. Εκατοντάδες χιλιάδες πλημμυρίζουν τις ακτές της Βόρειας Ελλάδας το καλοκαίρι, ενώ η «βόλτα» στα μαγαζιά της Θεσσαλονίκης συνιστά καταναλωτική καταξίωση για τη νεολαία της ΠΓΔΜ. Ούτε αυτή η καθημερινή πραγματικότητα έχει διευκολύνει κατ’ ελάχιστον την επίλυση των πολιτικών διαφορών.

Η μέχρι σήμερα διαμάχη γύρω από το θέμα του ονόματος δεν έχει επιτρέψει να δούμε σοβαρά τι μας απομακρύνει με τέτοιον αποφασιστικό τρόπο από τους Σλαβομακεδόνες. Πρόκειται για έναν λαό ορθόδοξο, αγροτικό, χωρίς ιδιαίτερη πολιτισμική λάμψη και με εγγενή κρίση ταυτότητας. Μέχρι και τα μέσα του 19ου αιώνα, θεωρούσαν εαυτούς Ρωμιούς. Μετά βγήκε στην επιφάνεια η βουλγαρική τους πλευρά, ενώ από τη δεκαετία του 1920 άρχισε να ανακαλύπτεται ο Μακεδονισμός. Την ίδια στιγμή ομάδες που μιλούν συγγενικές διαλέκτους σε γειτονικές χώρες αυτοπροσδιορίζονται ως Βούλγαροι ή Ελληνες. Εξαρχής, ο πραγματικός κίνδυνος για τη νέα συλλογική ταυτότητα των Σλαβομακεδόνων ήταν (και παραμένει) η Βουλγαρία. Από αυτήν προσπαθούν απεγνωσμένα να διαφοροποιηθούν. Επειδή κάτι τέτοιο δεν είναι εύκολο, το ιδεολόγημα του Μακεδονισμού βασίστηκε κυρίως στην αντιπαράθεση με την Ελλάδα. Σε αυτό συντείνει και το γεγονός ότι ένα μικρό τμήμα των σημερινών πολιτών της ΠΓΔΜ είναι απόγονοι σλαβόφωνων που έφυγαν από την Ελλάδα με το τέλος του ελληνικού εμφυλίου πολέμου.

Το εγγενές πρόβλημα δεν λύνεται ούτε με τη συμφωνία των Πρεσπών. Περιέχει μεν αρκετά άρθρα που αναφέρονται γενικά σε μελλοντικές συνεργασίες, μεταξύ άλλων, στους τομείς της οικονομίας, του τουρισμού, της άμυνας, του πολιτισμού και της εκπαιδεύσεως. Θα πρέπει, όμως, να επισημανθεί ότι, παρά τη διαφορά με το όνομα, ανάλογες δράσεις (αποσπασματικές και εκ καθήκοντος) υπάρχουν ήδη μεταξύ των δύο χωρών. Επί παραδείγματι, εδώ και χρόνια στη Σχολή Εθνικής Αμύνης (ΣΕΘΑ) σπουδάζουν αξιωματικοί από τα Σκόπια. Επιπλέον, σύμφωνα με τις μέχρι σήμερα ενδείξεις, η κύρωση της συμφωνίας των Πρεσπών είναι αμφίβολη και θα αποτελέσει αφορμή πολιτικών εξελίξεων και προκηρύξεως εκλογών.

Εν κατακλείδι, έχουμε την ΠΓΔΜ, που η ταυτότητά της είναι εν μέρει δομημένη και στον ανθελληνισμό. Παράλληλα, είναι ένα κράτος που εάν δεν υπήρχε, θα έπρεπε να το εφεύρει η ελληνική εξωτερική πολιτική. Κάτι που επίσης μας συμφέρει είναι η προσπάθεια των Σλαβομακεδόνων να διαφοροποιηθούν από τους Βουλγάρους και να συστήσουν ένα ξεχωριστό έθνος με δική τους γλώσσα. Καλούμαστε να χειριστούμε δύο αντικρουόμενες πραγματικότητες. Οι οικονομικές σχέσεις, το εμπόριο και ο τουρισμός απέτυχαν. Χρειάζεται συγκροτημένη πολιτική παρέμβαση με αιχμή αυτό που εδώ και χιλιετίες είναι το ισχυρό μας όπλο: ο πολιτισμός και η παιδεία. Κάποιες από τις πρώτες, αυτονόητες σκέψεις είναι σχολεία –στη λογική του Αρσακείου Τιράνων– στα Σκόπια και στο Μοναστήρι· μαζικές υποτροφίες σε φοιτητές· άνοιγμα των παραγωγικών σχολών των Ενόπλων Δυνάμεων· είσοδος φοιτητών/ιερέων στις ελληνικές θεολογικές σχολές. Αυτά πρέπει να γίνουν ασχέτως της κυρώσεως ή μη της συμφωνίας των Πρεσπών...

* Ο κ. Αγγελος Μ. Συρίγος είναι αναπληρωτής καθηγητής Διεθνούς Δικαίου και Εξωτερικής Πολιτικής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ