ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Ολοένα και λιγότεροι καλούνται να σηκώσουν τα όλο και περισσότερα φορολογικά βάρη στην Ελλάδα. Η εντός στόχων εκτέλεση του προϋπολογισμού και τα υπερπλεονάσματα στα οποία έχει οικοδομηθεί το σύνολο της οικονομικής πολιτικής της σημερινής κυβέρνησης ουσιαστικά εξαρτώνται από το 19% των φορολογουμένων που επωμίζεται περίπου το 90% του συνολικού φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων, από το 4,5% των επιχειρήσεων στο οποίο βεβαιώνεται το 83% του φόρου εισοδήματος νομικών προσώπων και από το 33% των ιδιοκτητών ακινήτων που όμως φορτώνεται το 66% του φόρου κατοχής ακινήτων.

Δηλαδή, το αν το πρωτογενές πλεόνασμα θα διαμορφωθεί στο 3,5% του ΑΕΠ ή όχι καθορίζεται:

1. Από 11.440 νομικά πρόσωπα (εκ των 251.000 εταιρειών που δραστηριοποιούνται στη χώρα), τα οποία εμφανίζουν κέρδη περίπου 9,8 δισ. ευρώ (από τα 11,7 δισ. ευρώ που είναι η συνολική κερδοφορία, όπως αποτυπώνεται στις φορολογικές δηλώσεις). Αντιστοίχως, από τα περίπου 4,3 δισ. ευρώ που είναι οι συνολικοί φόροι που βεβαιώνονται σε αυτές τις επιχειρήσεις αντιστοιχούν τα 3,4 δισ. ευρώ.

2. Από 1,67 εκατομμύριο φυσικά πρόσωπα με ετήσιο εισόδημα άνω των 15.000 ευρώ (σε σύνολο 8,768 εκατομμυρίων που κάνουν φορολογική δήλωση), τα οποία πληρώνουν φόρο εισοδήματος 6,7 δισ. ευρώ από τα περίπου 8 δισ. ευρώ που βεβαιώνονται κάθε χρόνο. Οι ίδιοι φορολογούμενοι είναι, σε μεγάλο βαθμό, αυτοί που σηκώνουν και το κύριο βάρος του ΕΝΦΙΑ. Περίπου 1,466 εκατομμύριο ιδιοκτήτες (οι οποίοι αντιστοιχούν στο 23% του συνολικού αριθμού των ιδιοκτητών) πληρώνουν 1,8 δισ. ευρώ κάθε χρόνο από τα περίπου 3 δισ. ευρώ που βεβαιώνονται συνολικά.

Οι τρεις βασικοί φόροι από τους οποίους το ελληνικό Δημόσιο περιμένει κάθε χρόνο να εισπράξει περισσότερα από 15 δισ. ευρώ (περίπου 3 δισ. ευρώ από τον ΕΝΦΙΑ, 8 δισ. ευρώ από τον φόρο εισοδήματος φυσικών προσώπων και κοντά στα 4 δισ. ευρώ από τον φόρο εισοδήματος νομικών προσώπων) εξαρτώνται επομένως επί της ουσίας από 1,7 εκατομμύριο φορολογουμένους και από 11.500 επιχειρήσεις που πρέπει να πληρώσουν κοντά στα 12 δισ. ευρώ. Πρακτικά το 19% των ΑΦΜ, είτε πρόκειται για φυσικά πρόσωπα είτε για νομικά, πληρώνει το 80% των φόρων.

Χρόνο με τον χρόνο ο αριθμός των «καλών πελατών» της εφορίας μειώνεται, κάτι το οποίο αποτυπώνεται και στην πορεία των φορολογικών εσόδων. Το 2017, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του ΕΦΚΑ, επήλθε νέα μείωση στον αριθμό των εργαζομένων του ιδιωτικού τομέα με μεικτές αποδοχές άνω των 2.000 ευρώ μηνιαίως.

Μόλις 195.988 ιδιωτικοί υπάλληλοι ξεπερνούν το συγκεκριμένο όριο (σ.σ. το οποίο αντιστοιχεί σε 1.400 ευρώ καθαρά), τη στιγμή που το 2014 ήταν 200.000 και το 2009 έφθαναν τις 291.606. Αυτή η μείωση είναι πολύ πιθανό να αποτυπωθεί και στις φετινές φορολογικές δηλώσεις. Με βάση τις φορολογικές δηλώσεις που είχαν υποβληθεί μέχρι και χθες, είχαν βεβαιωθεί φόροι 2 δισ. ευρώ έναντι 3,5 δισ. ευρώ που ήταν η συνολική βεβαίωση πέρυσι. Την επόμενη εβδομάδα, με την ολοκλήρωση της διαδικασίας, θα φανεί αν το τελικό ποσό θα είναι μειωμένο (και πόσο) συγκριτικά με πέρυσι.

Τα στατιστικά στοιχεία δείχνουν ότι η ανεργία μειώνεται εξαιτίας της δημιουργίας χαμηλά αμειβόμενων θέσεων εργασίας. Είναι ενδεικτικό ότι από τις 213.889 νέες θέσεις που εμφανίζονται να έχουν δημιουργηθεί στον ιδιωτικό τομέα στη διετία 2015-2017, με βάση τα στατιστικά στοιχεία του ΕΦΚΑ, περίπου οι 140.000 (δηλαδή περίπου οι δύο στις τρεις) αφορούν προσλήψεις με αποδοχές κάτω των 800 ευρώ μεικτά.

Δηλαδή, από τις δύο στις τρεις νέες θέσεις εργασίας που δημιουργήθηκαν στον ιδιωτικό τομέα τα τελευταία δύο χρόνια η επίπτωση στα φορολογικά έσοδα είναι ουσιαστικά μηδενική, καθώς οι έχοντες αποδοχές έως και 800 ευρώ πληρώνουν μηδενικό ή και ελάχιστο φόρο (σ.σ. στα 800 ευρώ μεικτά, αντιστοιχεί αυτή τη στιγμή φόρος 12 ευρώ τον μήνα και μηδενική εισφορά αλληλεγγύης). Δεδομένου λοιπόν ότι οι νεοεισερχόμενοι στην αγορά εργασίας δεν συμμετέχουν ουσιαστικά στην κατανομή των φορολογικών βαρών, το βάρος για όσους εμφανίζουν τα υψηλότερα εισοδήματα, γίνεται –αναλογικά– ολοένα και μεγαλύτερο.

Αντίστοιχη είναι η εικόνα και στον χώρο των επιχειρήσεων. Το 2015, το 4,5% των πιο κερδοφόρων εταιρειών όφειλε να πληρώσει περίπου το 79% του συνολικού φόρου που είχε βεβαιωθεί τη συγκεκριμένη χρονιά, δηλαδή περίπου 2,5 δισ. ευρώ από τα συνολικά 3,27 δισ. ευρώ. Μόλις έναν χρόνο αργότερα, το 2016, το αντίστοιχο ποσοστό ανέβηκε κοντά στο 84%. Στις λιγοστές κερδοφόρες εταιρείες βεβαιώθηκαν 3,44 δισ. ευρώ σε σύνολο 4,26 δισ. ευρώ, που ήταν το συνολικό βεβαιωθέν ποσό της συγκεκριμένης χρονιάς.

Τριπλασιάσθηκαν οι χαμηλόμισθοι από το 2014

Και το ρίσκο  (λόγω του άμεσου κινδύνου της απώλειας της θέσης εργασίας) αλλά και τις χαμηλότερες αμοιβές επωμίζονται οι εργαζόμενοι του ιδιωτικού τομέα σε σχέση με τους αντίστοιχους του δημοσίου.

Τα στοιχεία του ΕΦΚΑ για την εξέλιξη των μισθών δείχνουν ότι οι αποδοχές των ασφαλισμένων στο μεγαλύτερο ταμείο της χώρας έχουν υποχωρήσει στα 929 ευρώ μεικτά (ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 745 ευρώ καθαρά), τη στιγμή που οι μέσες αποδοχές των εργαζομένων στον δημόσιο τομέα παραμένουν στο επίπεδο των 1.050-1.100 ευρώ.

Χρόνο με τον χρόνο, η βάση της μισθολογικής πυραμίδας διευρύνεται, καθώς οι νέες θέσεις εργασίας που δημιουργούνται, στην πλειοψηφία τους αφορούν δουλειές των 600-800 ευρώ τον μήνα. Από την άλλη, συρρικνώνονται συνεχώς οι καλά αμειβόμενες θέσεις. Οσες «καλές δουλειές» χάνονται είτε λόγω συνταξιοδότησης είτε λόγω απόλυσης, είτε λόγω προγραμμάτων εθελουσίας εξόδου, αναπληρώνονται με θέσεις χαμηλών αποδοχών.

Η σύγκριση της μισθολογικής πυραμίδας όπως διαμορφώθηκε το 2017 με την αντίστοιχη του 2014 αλλά και του 2009, φέρνει στην επιφάνεια τα ακόλουθα συμπεράσματα:

• Το 2017, οι ασφαλισμένοι στον ΕΦΚΑ με αποδοχές έως και 600 ευρώ τον μήνα αντιστοιχούσαν στο 34% του συνόλου (περίπου 673 χιλιάδες εργαζόμενοι σε σύνολο 1,98 εκατομμυρίων). Το 2014, το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 31,6% (με περίπου 530 χιλιάδες εργαζόμενους) και το 2009 μόλις 13,9% με τον αριθμό να διαμορφώνεται στις 239 χιλιάδες. Ο τριπλασιασμός των χαμηλόμισθων κατά τη διάρκεια της κρίσης αλλά και το γεγονός ότι η αύξηση αυτή συνεχίζεται, είναι και ο βασικός λόγος για τον οποίο ο μέσος μισθός στον ιδιωτικό τομέα εξακολουθεί να υποχωρεί. Αντίστοιχα, διευρύνεται και η «ψαλίδα» με το Δημόσιο, η οποία με βάση τα στοιχεία του ΣΕΒ, έφτανε πέρυσι στο 38%.

• Στο άλλο άκρο της μισθολογικής πυραμίδας διαμορφώνεται η ακριβώς αντίθετη εικόνα. Παρά την αύξηση του αριθμού των απασχολουμένων, από το 2014 έως το 2017 καταγράφηκε μείωση στον αριθμό των εχόντων μεικτές μηνιαίες αποδοχές άνω των 2.000 ευρώ. Τα τελευταία διαθέσιμα στατιστικά στοιχεία του ΕΦΚΑ δείχνουν ότι ο αριθμός των εργαζομένων που εξακολουθεί να εισπράττει πάνω από 1.400 ευρώ καθαρά, έχει περιοριστεί στα 197.842 άτομα (ή στο 11,3% του συνολικού αριθμού των ασφαλισμένων) έναντι 199.706 το 2014, με την αναλογία τη συγκεκριμένη χρονιά να φτάνει στο 12,1%. Πολύ μεγάλη είναι η μείωση σε σχέση με την προ κρίσεως περίοδο. Το 2009, οι εργαζόμενοι με αποδοχές άνω των 2.000 ευρώ μεικτά έφταναν στους 291.606 και το μερίδιό τους στον συνολικό αριθμό των εργαζομένων ξεπερνούσε το 16%.

• Το ποσοστό των εργαζομένων του ιδιωτικού τομέα που δεν έχει καμία συμμετοχή στον φόρο εισοδήματος φυσικών προσώπων (λόγω της έκπτωσης φόρου των 1.900 ευρώ, η οποία μεταφράζεται σε αφορολόγητο εισόδημα) έχει μειωθεί δραματικά.

• Συνεχής είναι και η αύξηση των ασφαλισμένων που εμφανίζονται να επιβιώνουν με μισθό κάτω από το όριο της φτώχειας. Το ποσοστό των εργαζομένων με μηνιαίες αποδοχές κάτω από τα 300 ευρώ τον μήνα, έχει αυξηθεί στο 14,1% έναντι 13,6% το 2016, 13,3% το 2015, 12,6% το 2014 και μόλις 4,1% το 2009.

Το 80% των επιχειρήσεων της χώρας έχει ζημίες ή οριακά κέρδη

Ο συνολικός αριθμός των φορολογικών δηλώσεων που υποβάλλουν τα νομικά πρόσωπα στην Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων ανέρχεται στις 251.417, τουλάχιστον με βάση τα στοιχεία του 2016 που δόθηκαν στη δημοσιότητα στις αρχές της εβδομάδας.

Από αυτές, οι 97.144 αποτυπώνουν ζημίες, οι 61.186 μηδενικό αποτέλεσμα και οι 42.190 κέρδη, τα οποία όμως είναι λιγότερα και από τον μισθό ενός εργαζομένου των 1.000 ευρώ τον μήνα. Δηλαδή, το 79,78% των επιχειρήσεων της χώρας εμφανίζεται είτε να χάνει είτε να μοιράζει στους μετόχους ή στους εταίρους κέρδη λιγότερα από την αμοιβή που δίδεται σε έναν και μόνον υπάλληλο.


Οι περισσότερες μικρομεσαίες δεν μπορούν να προσλάβουν έστω και έναν εργαζόμενο των 700 ευρώ.

Θα μπορούσε να υποθέσει κάποιος ότι αυτή η εικόνα σχηματίζεται επειδή τα στοιχεία αφορούν μια περίοδο μεγάλης κρίσης για το ελληνικό επιχειρείν λόγω της επιβολής του τρίτου μνημονίου, της θέσπισης των περιορισμών στη διακίνηση κεφαλαίων, την αύξηση των φόρων και την αλλαγή στο σύστημα υπολογισμού των ασφαλιστικών εισφορών.

Ωστόσο, τα στοιχεία δείχνουν ότι το να δηλώνουν τα περισσότερα νομικά πρόσωπα αρνητικά, μηδενικά ή οριακά θετικά αποτελέσματα είναι μια παγιωμένη κατάσταση, η οποία απλώς γίνεται χειρότερη στις δύσκολες περιόδους. Ετσι, η αναλογία του 79,78% που διαμορφώθηκε το 2016 ήταν 79% το 2015, κάτι που σημαίνει ότι το ποσοστό αυξήθηκε περίπου κατά μία ποσοστιαία μονάδα.

Το συγκεκριμένο στατιστικό εύρημα δείχνει πολλά:

1. Πρώτον, τα στενά περιθώρια που υπάρχουν στην αντιμετώπιση της ανεργίας με τη βοήθεια των μικρομεσαίων επιχειρήσεων (στις οποίες η κυβέρνηση έχει στηρίξει πολλές ελπίδες, όπως προκύπτει και από το λεγόμενο ολιστικό σχέδιο ανάπτυξης). Με τα κέρδη που δηλώνουν, οι περισσότερες μικρομεσαίες εμφανίζονται αδύναμες να προσλάβουν έστω και έναν εργαζόμενο των 700 ευρώ τον μήνα (δεδομένου ότι το ετήσιο κόστος μιας τέτοιας πρόσληψης ανέρχεται στις 14.000 ευρώ). Δεν είναι τυχαίο ότι η μείωση της ανεργίας τα τελευταία χρόνια οφείλεται σχεδόν αποκλειστικά στις προσλήψεις που έχουν γίνει από τους μεγαλύτερους εργοδότες της χώρας.

2. Δεύτερον, την ολοένα και μεγαλύτερη εξάρτηση των φορολογικών εσόδων από μια «χούφτα» μεγάλων επιχειρήσεων. Ακόμη και μια μετεγκατάσταση μεγάλης επιχείρησης έχει άμεσο αντίκτυπο στον φόρο εισοδήματος νομικών προσώπων.

Οι 507 πιο κερδοφόρες εταιρείες της χώρας (με κέρδη άνω των 2,4 εκατ. ευρώ η καθεμία) μοιράζονται το 47,89% των συνολικών κερδών. Το αντίστοιχο ποσοστό έναν χρόνο νωρίτερα (το 2015) ήταν 40,82%. Σε απόλυτους αριθμούς, οι 507 πιο κερδοφόρες επιχειρήσεις έχουν αθροιστικά κέρδη 5,63 δισ. ευρώ έναντι 4,129 δισ. ευρώ το 2015.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ