ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Η είσοδος των καλλιτεχνών στο Ωδείο Ηρώδου του Αττικού είναι η τελευταία στα αριστερά, μετά τα ταμεία. Κατεβαίνουμε τα σκαλιά λίγη ώρα πριν ξεκινήσει η τελική πρόβα της «Κάρμεν», μια παραγωγή σε σκηνοθεσία Στίβεν Λάνγκριτζ που για πρώτη φορά ανέβηκε στην Αθήνα το 2016. Στη νέα παράσταση που κάνει σήμερα πρεμιέρα, τον ρόλο της Κάρμεν στην πρώτη διανομή υποδύεται μια κορυφαία σοπράνο, η Ανίτα Ρατσβελισβίλι.

Προφανώς κάτω από το αρχαίο ωδείο τα καμαρίνια είναι στριμωγμένα. Στο κυλικείο πηγαινοέρχονται άντρες που φορούν στρατιωτικές στολές και τον κόκκινο μπερέ του ισπανικού στρατού – είναι οι πρωταγωνιστές και τα μέλη της χορωδίας, όπως επιτάσσει η σκηνοθεσία. Στον χώρο του μακιγιάζ ζωγραφίζονται τα τατουάζ που στολίζουν τα μπράτσα των λαθρεμπόρων. Τη φασαρία που επικρατεί, καλύπτει απόλυτα μια εντυπωσιακή φωνή. Πίσω από την κλειστή πόρτα του καμαρινιού της, κάπου σε έναν στενό διάδρομο, η Ρατσβελισβίλι «ζεσταίνεται» και αυτό που ακούμε εξηγεί απολύτως τη φήμη της και τη διεθνή αναγνώριση.

Εκτός αυτού όσοι τη συναναστράφηκαν τις λίγες ημέρες που βρέθηκε στην Αθήνα πριν από την παράσταση, μιλούν για μια νεαρή γυναίκα ζεστή και φιλική, χωρίς τα καπρίτσια της ντίβας που θα μπορούσαν να συνοδεύουν την επιτυχία της. Είναι Γεωργιανή, 33 ετών και το σπίτι βρίσκεται στην Τιφλίδα, γιατί μόνον εκεί ξεκουράζεται τις λίγες ημέρες που μεσολαβούν ανάμεσα στα ταξίδια της ανά τον κόσμο. Δεν μπόρεσα να συγκρατήσω αν μόλις επέστρεψε από τη Μητροπολιτική Οπερα της Νέας Υόρκης και μετά θα εμφανιστεί στην Οπερα του Παρισιού ή αντίστροφα, σε ένα πρόγραμμα εμφανίσεων που περιλαμβάνει τα μεγαλύτερα λυρικά θέατρα του κόσμου.

Μιλώντας με τον σκηνοθέτη Στίβεν Λάνγκριτζ λίγο αργότερα, τον ρωτήσαμε τι καινούργιο φέρνει σε αυτή την παράσταση η νέα του πρωταγωνίστρια. «Το χιούμορ, το ταμπεραμέντο, τη σπουδαία προσωπικότητά της, την υπέροχη φαντασία της, τη ξεχωριστή σεξουαλικότητά της», μας είπε. «Η Ανίτα ήρθε έχοντας πολύ ενδιαφέρουσες ιδέες για την ερμηνεία του ρόλου της Κάρμεν, τις οποίες κουβεντιάσαμε και κάναμε ορισμένες αλλαγές στην παραγωγή προκειμένου να αισθάνεται άνετα πάνω στη σκηνή. Είχαμε μια θαυμάσια συνεργασία και είναι εντυπωσιακό το πόσο ανοιχτή και συζητήσιμη είναι».

Βρισκόμαστε πια στις κερκίδες του Ηρωδείου, τα μάρμαρα αχνίζουν από τη ζέστη, και πίσω από τα ψηλά διαζώματα οι τουρίστες που επισκέπτονται την Ακρόπολη έχουν πάρει θέση για να ακούσουν την πρόβα, μια και το δρομάκι προς το μνημείο περνά πάνω από το ωδείο. Είναι καλοδεχούμενοι και πάντα ενθουσιώδεις στο χειροκρότημά τους. Τα λόγια του Στίβεν Λάνγκριτζ που εξηγούν τη σκηνοθετική του επιλογή να μεταφέρει τον σκηνικό χώρο και τα κοστούμια της παράστασης στο παρόν της οικονομικής κρίσης και του μεταναστευτικού προβλήματος χάνονται με την εισαγωγή της ορχήστρας. Ενα σιδερένιο πλέγμα που θυμίζει τον φράκτη στο στρατόπεδο προσφύγων της ισπανικής πόλης Μελούλα γεμίζει τη σκηνή. Η φανταστική Ανδαλουσία του Μπιζέ έχει μετατραπεί σε ένα no man’s land κάπου στη νότια Ευρώπη που πιέζεται από τη φτώχεια και για να προστατευθεί θωρακίζει τα σύνορά της. «Οχι, η όπερα δεν έχει ανάγκη από σύγχρονες προσαρμογές προκειμένου να επιβιώσει», απαντά ο σκηνοθέτης στη σχετική ερώτησή μας. «Σκοπός μας είναι να την κάνουμε να ζωντανέψει στη φαντασία των ανθρώπων που θα την παρακολουθήσουν. Αυτό μπορεί να γίνει χρησιμοποιώντας κοστούμια του 19ου αιώνα, ή σύγχρονα. Εκανα τη συγκεκριμένη επιλογή επειδή πιστεύω ότι η συγκεκριμένη όπερα μιλά για την ελευθερία. Η Κάρμεν είναι ένας χαρακτήρας που δεν περιορίζεται από σύνορα γεωγραφικά, συναισθηματικά, πολιτικά ή ηθικά. Και καμιά εξουσία δεν μπορεί να τη φυλακίσει».

Η είσοδος της Ρατσβελισβίλι στη σκηνή, απολύτως εντυπωσιακή: είναι πραγματικά αυτή η μοιραία γυναίκα που τραγουδά για την ελεύθερη φύση του έρωτα, μια αντι-ρομαντική ηρωίδα που υπακούει μόνον στον εαυτό της και στα πάθη της. «Είναι μία από τις ωραιότερες “Κάρμεν” που έχουν ακουστεί παγκοσμίως», μας λέει ο μαέστρος Λουκάς Καρυτινός που έχει τη μουσική διεύθυνση της παράστασης.

Αντιθετικά στοιχεία

Μιλά με ενθουσιασμό για την ένταση της φωνής, το ηχόχρωμα, την ομοιογένεια, τη θεατρικότητα, την αισθαντικότητα αυτής της εξαιρετικής λυρικής τραγουδίστριας. Μέχρι σήμερα, ο μαέστρος έχει διευθύνει 8 διαφορετικές παραγωγές, ξεκινώντας από το 1986 και την όπερα της Κολωνίας. Τι νέο πιστεύει ότι μπορεί να της δώσει;

«Υπάρχουν πολλά να γίνουν ακόμη», λέει. «Αισθάνομαι ότι δεν έχω εξαντλήσει τα περιθώρια που η παρτιτούρα προσφέρει στον εκτελεστή. Πρόκειται για μια πολύ σημαντική όπερα που συνενώνει αντιθετικά στοιχεία σε ένα παράξενο και δυνατό συνδυασμό. Οι δύο πρώτες πράξεις είναι ανάλαφρες σχεδόν σαν οπερέτα, και από την τρίτη πράξη γίνεται βερισμός. Είναι μεγάλη χαρά να τη διευθύνω και πάλι. Ολα στην όπερα ξεκινούν από τη μουσική, “prima la musica et poi la parola”, λένε οι Ιταλοί. Το ζήτημα δεν είναι να φύγει το θέμα από το μουσικό μέρος και το ενδιαφέρον να στραφεί σε ό,τι συμβαίνει επάνω στη σκηνή. Η όπερα δεν θέλει να αντιμετωπίζει την πραγματικότητα, η όπερα θέλει να λέει την αλήθεια».

​​27-29/7 και 31/7, Ωδείο Ηρώδου Αττικού.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ