Η ΕΡΩΤΗΣΗ

Τι δεν μάθαμε από την Ηλεία;

ΜΑΝΙΝΑ ΝΤΑΝΟΥ

Ήμουν στο γραφείο εκείνο το μεσημέρι του Αυγούστου που κάηκε η Ηλεία. Γιατί μέσα σε 2 ώρες κάηκε. Κι ας λένε τώρα κάποιοι ότι τότε ήταν αλλιώς, η φωτιά έκαιγε μέρες. Στις 2.25 ξεκίνησε στο Παλαιοχώρι, στις 3.45 είχε φτάσει στη Ζαχάρω, 40 χιλιόμετρα μακριά. Και είχε κάψει τα πάντα στο ενδιάμεσο. Τα περιπολικά έτρεχαν με όση ταχύτητα είχαν και οι φλόγες τούς προσπερνούσαν. Το ύψος τους σαν εξαώροφες πολυκατοικίες, μια φωτιά που έμοιαζε αφύσικη. Έκαψε τα πάντα και μετά σταμάτησε. Αλλιώς θα έκαιγε ακόμα. 

Φαντάζομαι, δεν ήμουν η μόνη που πένθησα τότε σαν να ήταν δικό μου χωριό, δικοί μου άνθρωποι. Δέκα χρόνια μετά, πέρυσι τέτοιες μέρες, επέστρεψα για ρεπορτάζ. Στάθηκα στο σημείο όπου κάηκε η μητέρα αγκαλιά με τα τέσσερα παιδιά της, ο νεαρός με τη μηχανή, οι τρεις εποχικοί πυροσβέστες, τα ζευγάρια, τα αδέρφια, 24 άνθρωποι (από τους 45 συνολικά στον νομό) που εγκλωβίστηκαν από τις φλόγες στον δρόμο προς Αρτέμιδα. Ήταν πλέον στην καρδιά μιας καταπράσινης πλαγιάς. Όμως, παρά τα νεαρά πεύκα, τα ανέμελα τζιτζίκια και το θρόισμα του ανέμου, ήταν αβάσταχτο να βρίσκεσαι εκεί. Ο Αύγουστος του 2007 άφησε μια κληρονομιά θλίψης. Οι μέρες εκείνες κατεγράφησαν στο εθνικό μας DNA. «Τον έχουμε τατουάζ εκείνο τον Αύγουστο· τις κηδείες, τα αποστεωμένα σπίτια, τα καντήλια όταν νύχτωνε. Ήταν η πρώτη μου αποστολή», θυμόταν τότε η συνάδελφος Αλεξάνδρα Τζαβέλλα, που είχε την ατυχία να ζήσει κι αυτή την καταστροφή από κοντά. 

Άλλαξε, όμως, κάτι στα χρόνια που μεσολάβησαν; Μας έγινε όντως τατουάζ αυτή η εμπειρία, με έναν τρόπο παραγωγικό και όχι απλώς ως απομεινάρι μιας μεγάλης θλίψης; Με αυτά τα ερωτήματα πήγαμε στην Ηλεία και τις αποθαρρυντικές τους απαντήσεις –τις σχεδόν προφητικές για άλλες μελλοντικές τραγωδίες–καταγράψαμε τότε στο «Κ».

Το μεσημέρι της Δευτέρας 23 Ιουλίου 2018 είχα μόλις επιστρέψει στο γραφείο από διακοπές. Ήλπιζα σε μια ήρεμη επάνοδο, όταν ένα πυκνό μαυροκόκκινο σύννεφο σκέπασε την Καστέλλα απέναντί μας. Είχε ξεκινήσει η φωτιά στην Κινέττα και μέχρι το απόγευμα η πυρκαγιά στην Πεντέλη, που εντός δύο ωρών έφτασε στην Ραφήνα, στο Μάτι και στον Νέο Βουτζά. Έπεσα για ύπνο με υποψίες για πέντε νεκρούς και ξύπνησα με 50 επιβεβαιωμένους, οι μισοί εξ αυτών αγκαλιασμένοι σε ένα χωράφι, μανάδες με παιδιά ανάμεσά τους. 

Η ιστορία επαναλαμβάνεται έτσι κι αλλιώς, αλλά σε αυτή την περίπτωση εμείς φροντίσαμε να επαναληφθεί. Δεν πράξαμε ως κοινωνία και ως κράτος αυτό που οφείλαμε στους ανθρώπους που χάθηκαν το 2007. «Δέκα χρόνια μετά, δεν έχει γίνει καμία μελέτη τεχνοκρατικού χαρακτήρα, που να μπορεί να ανιχνεύσει τα στοιχεία για το τι δεν πήγε καλά στην πρόληψη και στη διαχείριση, ποιες ήταν οι ανυπέρβλητες δυσκολίες που οδήγησαν στην τραγωδία, ώστε να μάθουμε από αυτήν», μου έλεγε πέρυσι ο κ. Γιώργος Γεωργιόπουλος, αντιπεριφερειάρχης Ηλείας. Δέκα χρόνια μετά, έντεκα πλέον, και δεν μάθαμε τίποτα. Τραγική απόδειξη η εβδομάδα που πέρασε. «Οι απώλειες του 2018 είναι νωπές, μα έρχονται από το παρελθόν που δεν μας δίδαξε», έγραφε ο Αχιλλέας Πλιθάρας, του WWF Ελλάς, στον προσωπικό του λογαριασμό στο Facebook. Πιο θλιβερό από όλα; Πως όλοι βαθιά μέσα μας πιστεύουμε ότι και σε άλλα 10 χρόνια το χρέος μας –ως κράτος και ως κοινωνία– πάλι δεν θα το έχουμε κάνει. ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ