ΑΡΧΕΙΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

Η αρχιτεκτονική του εφιάλτη σε ένα μόνο τριήμερο...

Του Ηλία Μαγκλίνη

Με την επανέκδοση της νουβέλας της Ερσης Σωτηροπούλου «Εορταστικό τριήμερο στα Γιάννενα», είκοσι σχεδόν χρόνια μετά την πρώτη της εμφάνιση, ξαναζωντανεύει εκείνη η πρωτόγνωρα εφιαλτική ατμόσφαιρα που αποτελεί το κυρίαρχο χαρακτηριστικό της. Τι συμβαίνει όμως σε αυτή τη σύντομη, αινιγματική αφήγηση και πού έγκειται η αξία των εφιαλτικών της σχημάτων;

Το «αρνητικό» των Ιωαννίνων

Βρισκόμαστε σε μια ταβέρνα κάποιου επαρχιακού δρόμου. Μία νεαρή σερβιτόρα υποκύπτει στην δελεαστική πρόσκληση ενός άγνωστου ταξιδιώτη να φύγει μαζί του στα Γιάννενα. Εκεί όμως αποδεικνύεται ότι ο άντρας έχει σκοτεινές δοσοληψίες, είναι κρυψίνους, κυκλοθυμικός και βίαιος. Η επί πληρωμή, ουσιαστικά, ερωτική συνεύρεση της κοπέλας με έναν φαντάρο έχει ως αποτέλεσμα την παραδειγματική τιμωρία της από τον απρόβλεπτο σύντροφό της: περνά την πρώτη νύχτα κλειδωμένη στο λουτρό του ενοικιασμένου δωματίου.

Από αυτό το σημείο και πέρα εγκαταλείπουμε την συνηθισμένη καθημερινότητα μιας επαρχιακής πόλης, που ζει στους ρυθμούς της εθνικής γιορτής της 28ης Οκτωβρίου και περνάμε σε ένα αλλόκοτο τοπίο, που δεν μας είναι όμως ολότελα ανοίκειο: θα μπορούσε να είναι το «αρνητικό» μιας φωτογραφίας της πόλης των Ιωαννίνων.

Σταδιακά, λοιπόν, και μέσα από τις κατάλληλες δόσεις, το αόριστο αίσθημα απειλής που αιωρείτο στην ατμόσφαιρα από τις πρώτες σελίδες του βιβλίου μετατρέπεται σε ένα γκροτέσκο όργιο τρομακτικών μεταμορφώσεων, αλλεπάλληλων μετα-αλλαγών του ανθρώπινου κορμιού, κανιβαλισμών, ανορθόδοξων σεξουαλικών πρακτικών και αναπάντεχων ανατροπών με αποκορύφωμα το εξωφρενικό φινάλε που επιβεβαιώνει, αν μη τι άλλο, την μαύρη κωμική φλέβα της συγγραφέως: σε προκαλεί να γελάσεις, αλλά την ίδια στιγμή φοβάσαι να το κάνεις. Στήνοντας μια γνήσια ζοφερή ατμόσφαιρα η Σωτηροπούλου χαράσσει απλώς τις συντεταγμένες του μύθου της, αφήνοντας ελεύθερο τον αναγνώστη να συνομιλήσει με το κείμενο, να καταβυθιστεί σε αυτόν τον διάχυτο, νοσηρό ερωτισμό που δεν φαίνεται να εκφράζει παρά μια εικόνα σφαγείου ή καλύτερα θηριοτροφείου, όπως πολύ συχνά είναι οι ερωτικές σχέσεις - όπου τα δύο θηρία δεν είναι άλλα από τους εραστές: τον άντρα και τη γυναίκα. Η έννοια του θηρίου, του ζώου γενικά, παίζει μείζονα ρόλο στη συγκεκριμένη νουβέλα. Γι' αυτό και έχει γίνει λόγος για επιρροές από τη «Μεταμόρφωση» του Κάφκα. Η δική μας αίσθηση είναι ότι παραπέμπει περισσότερο σε ένα άλλο, λιγότερο γνωστό κείμενο του Τσεχοεβραίου, το αφήγημα «Μια διασταύρωση».

Ενα άλλο μεγάλο θέμα του βιβλίου είναι το ανθρώπινο σώμα, ο απόλυτος, θα τολμούσαμε να πούμε, πρωταγωνιστής της νουβέλας αυτής. Υπάρχει άραγε τίποτα πιο δεδομένο και πιο πραγματικό από το σώμα μας; Κι όμως, το κορμί δεν είναι ένας κλειστός κόσμος: μας παρέχει άπειρες δυνατότητες ηδονής και οδύνης, με άλλα λόγια, στιγμές υπέρβασης έξω από τον εαυτό μας (ηδονή), αλλά και καταβύθισης μέσα σε αυτόν (οδύνη). Και στις δύο περιπτώσεις, κάθε αίσθηση πραγματικότητας αλλοιώνεται, γίνεται άλλοτε μεθυστικά φευγαλέα (ηδονή) κι άλλοτε αφόρητα συγκεκριμένη (οδύνη).

Γι' αυτό και η εμμονή με το κομματιασμένο, μεταλλαγμένο σώμα, προσωπικά μας παραπέμπει στην ποίηση του Μίλτου Σαχτούρη, αλλά και στον κινηματογράφο του Ντέιβιντ Κρόνενμπεργκ - χωρίς όμως τις πουριτανικές, προτεσταντικές συνδηλώσεις του τελευταίου (θα μπορούσαμε να προσθέσουμε ακόμα τις εφιαλτικές, παραμορφωμένες φιγούρες στους πίνακες του Φράνσις Μπέικον).

Το «Εορταστικό τριήμερο», που ειδολογικά ισορροπεί ανάμεσα στο γκροτέσκο και στη λογοτεχνία του φαντασιακού, έχει μια διαχρονικότητα. Σχεδόν τίποτα απ' όλα όσα συμβαίνουν δεν μαρτυρούν ότι γράφτηκε πριν από μια εικοσαετία και τα «μέτωπα», στα οποία μας ταξιδεύει η συγγραφέας παραμένουν σε «εμπόλεμη κατάσταση» σε όλες τις εποχές.

Ορια και πραγματικότητα

Εχουμε συνεπώς να κάνουμε με μία άκρως επιτυχημένη έκφραση της μύχιας, απόκρυφης επιθυμίας μας, που ταυτόχρονα είναι και ένας ανομολόγητος τρόμος: πόσο θα θέλαμε όλα γύρω μας, αλλά και μέσα μας, να αλλάξουν και συνάμα να παραμείνουν ίδια. Αυτή η μονομανία της συγγραφέως με το ερωτικό σφαγείο, αλλά κυρίως με τη σάρκα και τις ηδονικές όσο και φρικαλέες παραμορφώσεις της, υποδηλώνει μια βαθιά εσωτερική σύγκρουση ανάμεσα στην επιθυμία μας να ξεπεράσουμε τα όριά μας και στην ανάγκη μας να τα διατηρήσουμε ακέραια, θέτοντας συνεχώς ερωτήματα γύρω από την ίδια τη φύση αυτών των ορίων, δηλαδή, της ίδιας της φύσης της πραγματικότητας. Και στον μυστηριώδη κόσμο της Σωτηροπούλου, ένα είναι το βέβαιο: η πραγματικότητα «αγαπά να κρύβεται».

- Αν κριτήριο είναι το είδος των βιβλίων, γιατί απουσιάζουν παντελώς οι δοκιμιογράφοι;

Έντυπη